Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

"50 ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΑΚΙ"

Ο χρόνος πάτησε φρένο. Πόσο περίτεχνα, επιδέξια και έξυπνα έχει σμιλέψει το χαρακτήρα του. Μοιάζει αργός, μα είναι γοργός. Μοιάζει ταχύς, μα είναι οκνός. Πότε τον καταριόμαστε, πότε τον υμνούμε, ως πιστά θύματά του. Μπόρεσε, άραγε, ποτέ κανείς να τον ξεγελάσει; Να του δώκει μια σπρωξιά να πάει παραπέρα, ή να τον πιάσει στο κουβεντολόι και να τον καθυστερήσει; Κι αν το επεδίωξε, μάταια το ‘καμε. ‘Κείνος συνεχίζει πάντα στον ίδιο σκοπό, το ίδιο υφαντό, στον ίδιο αργαλειό, με τα ίδια κουρέλια, στο ίδιο σκαμνί, στην ίδια κάμαρη. Με το ίδιο σκυθρωπό, παγωμένο βλέμμα, καρφωμένο χαιρέκακα στις ανθρώπινες μορφές.

Ομοίως κυλά κι εδώ, στο στρατόπεδο. Δόξα να ‘χει ο Θεός, που φρόντισε τα αισθήματα, η θύμηση κι η ψυχή, να μην είναι όργανα ζωτικά, βιολογικά βολεμένα κάτω από τη σάρκα μου. Αλλά πολύχρωμες πεταλούδες, με τ’ άσπρο του σύννεφου και το μαύρο της νύχτας στα φτερά, το κόκκινο του τριαντάφυλλου με το λευκό του περιστεριού στο πέταμα - και χάνονται πέρα από το φράχτη. Ενώ λίγο πριν ξημερώσει, τις πρωινές ‘κείνες ώρες, που η μέρα πασχίζει ν’ αναρριχηθεί στην πλάτη των βουνών, πιάνονται από τον κισσό τ’ ουράνιου θόλου, σκαρφαλώνουν ως τη λαμπρή, εντυπωσιακή κι ατάραχη Αφροδίτη, της κρατούν το χέρι και ζωγραφίζουν τα όνειρά της.





Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο: ο ελληνικός στρατός είναι μία μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Γνώρισα από τους πιο ευφυείς, εύστροφους, πνευματώδεις και νοήμονες ανθρώπους, μέχρι τα πιο ανόητα, ανεγκέφαλα κι ελαφρόμυαλα πλάσματα. Διδάχθηκα ότι η βλαχιά δεν πάει αναγκαία πακέτο με την αμορφωσιά. Έμαθα ότι η πνευματική καλλιέργεια δεν κολλάει απαραίτητα με την ψυχική. Βεβαιώθηκα ότι η παιδεία δεν είναι πάντα επακόλουθο πλατιάς και βαθιάς μόρφωσης. Οι άνθρωποι, ας πούμε, με τους οποίους συνεργάστηκα στην κουζίνα ως μάγειρας - επιλογή που δεν έκανα ποτέ, μα δεν το μετάνιωσα, κερδισμένος βγήκα - ήταν ιδιαίτερα φιλικοί και εγκάρδιοι. Εντάξει, ας μην εθελοτυφλούμε και γελιόμαστε, όχι όλοι, οι περισσότεροι από δαύτους. Κάποιοι, μάλιστα, ιδιαίτερα συναισθηματικοί, μα το ‘κρυβαν όσο μπορούσαν. Κάποιοι άλλοι μουντοί και μονόχνοτοι. Κάποιοι δίνονταν, μα δε σκορπίζονταν. Λογής λογής! Όλοι, πάντως, είχαν τον ίδιο κοινό παρονομαστή, για τον οποίο δεν τους κατηγορώ καθόλου, πιθανό να ίσχυε και για μένα, αν έκανα την ίδια δουλειά: τη νοοτροπία του «να τελειώνουμε, να πηγαίνουμε σπίτια μας». Απ’ όλους, όμως, τους ανθρώπους της κουζίνας, των εστιατορίων, γενικότερα της διμοιρίας μισθοτροφοδοσίας, όπου ανήκα, η Δώρα ήταν εκείνη που μπήκε από την αρχή στην καρδιά μου. Η επιλοχίας (από ΣΜΥ, παρακαλώ, το κορίτσι μου!) που ‘φερνε κάθε πρωί αέρα από πολιτική ζωή, ο άνθρωπος που χαμογελούσε ζωντανά κι αληθινά, που μίλαγε ντόμπρα και σταράτα, που ‘λεγε λίγες κουβέντες και τσεκουράτες. Κλασσικός Σκορπιός, ρε παιδί μου! 

Στο δε κέντρο εκπαίδευσης που παρουσιάστηκα, εκείνες τις 25 «άγευστες», «ανοστανάλατες» και ανούσιες ημέρες, συνάντησα ανθρώπους - αναφέρομαι, εν προκειμένω, στους «ανώτερους» - που δεν καταλάβαιναν ότι οι ίδιοι προκαλούσαν τη δυστυχία τους κι ότι όλα τα εμπόδια που συναντούσαν στο χώρο της δουλειάς τους τα έθεταν εκείνοι στον εαυτό τους - η γενικότερη διαχείριση και εποπτεία του νοικοκυριού τους πιθανό να ήταν τέλεια, δεν αναφέρομαι σ’ αυτή. Έζησα μ’ ανθρώπους που αποζητούσαν κι επιδίωκαν τη δυστυχία του άλλου, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν εκείνοι να ευτυχίσουν. Συναναστράφηκα μ’ «άτυχα» πλάσματα, που η καρδιά τους ήταν κακάσχημη κι ψυχή τους κακοντυμένη.

Ανθρωπάκια, που έτυχε να πέσει ουρανοκατέβατη, ωμή κι ανεπεξέργαστη εξουσία στα χέρια τους και φρονούν πως δύνανται να κινήσουν θάλασσες και βουνά, ουρανούς και σύμπαντα. (Καλά, όχι όλα). Κρυφές αδερφές, που κοιτούν λάγνα τα λυγερά, στητά και περήφανα κορμιά των στρατιωτών από ‘να σκοτεινό παραθύρι της ψυχής τους, πίσω από μιαν άχαρη, κιτρινιάρικη κουρτίνα. (Καλά, όχι όλες). Απόγονοι του Χίτλερ, που φορούν το ρούχο της νοοτροπίας του πρώην ηγέτη με το τετράγωνο μουστάκι και σε νομίζουν γι’ άχρηστο, αν δεν πέσεις για κάμψεις, αν δεν καθαρίζεις στις έξι και μισή το πρωί τ’ απόβλητα, τα ξερατά και τα κάτουρα στις τουαλέτες, αν δε μαζεύεις από χάμω τα φύλλα που πέσανε τη νύχτα από τα δέντρα. (Καλά, όχι όλοι). Απόκρυφα - και μη - ψυχολογικά προβλήματα που ξεσπούν, σαν ο υπηρέτης της πατρίδας(;) δεν έχει κλειστά και τεντωμένα τα δάχτυλα στο δεξί του χέρι, όταν περνά σιμά του κάποιος μαύρος ουρανός με… αστέρια ή φλόγες. Εμμονές, που ξεχύνονται μανιασμένες, ως Ερινύες, από σάπια, σκοροφαγωμένα μυαλά και σκάνε, όμοιες με βόμβες ωρολογιακές, επάνω σε καθάρια - σαν το κρύσταλλο - πνεύματα νέων αντρών. Μάσκες καλοφορεμένες, που άλλοτε δεν είναι δεμένες σωστά και πέφτουν και άλλοτε βγαίνουν γιατί ήγγικεν η ώρα, ή ξεκολλούν, πολυκαιρισμένες από το σάπιο μούτρο που φιλούν.

Τα δηθενιλίκια μερικών να τα βάλουνε - ξέρουνε πού! Την αποξηραμένη λογική κάποιων να την τρίψουν στην στραπατσαρισμένη μουράκλα τους. Πέταξα στον κάλαθο των αχρήστων ό,τι έμπασες μέσα μου χωρίς τη θέλησή μου. Το ξέρω ότι δε σε νοιάζει, στην επόμενη γωνιά φουμάρει το τσιγαράκι του ανυποψίαστο το επόμενο αντικείμενο ξεσπάσματος των χρονίων ψυχολογικών νοσημάτων σου. Στενοχώρια σου. Αλλά δεν παύεις να ‘σαι μια φιγούρα, που παίζεις το θέατρό σου στα πόδια του διαόλου. Κι εκείνος σου κάνει χάζι. Σε κλωτσά κι εσύ σηκώνεσαι ξανά, ανύποπτος, νομίζοντας ότι η στρατιωτική ζωή σε υποβάλλει σε δοκιμασίες. Κορόιδο! Έχεις στήσει μια κακοστημένη θεατρική παράσταση. Ένα αποτυχημένο reality show. Μιαν αδιάφορη σαχλαμάρα, που παίζει μετά τις δώδεκα τη νύχτα. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται...

Μα εγώ δεν είμαι όμοιός σου. Όσο κι αν το ‘θελες να μ’ αλλάξεις, να με αλλοτριώσεις, ηθελημένα ή μη, δε έγινα ποτέ γιος διαόλου. Το jockey, βέβαια, που μου χάρισες, μ’ εμπόδιζε να υψώσω το βλέμμα και να κλείσω το μάτι μου στο Θεό. Αλλά σύντομα, πολύ γρηγορότερα απ’ όσο φανταζόμουν, ξημέρωσε μιαν αγνή, παρθένα μέρα. Διάβηκα το όριο της κεντρικής πύλης. Πέρασα στην αυλή της πολιτικής ζωής. Άρπαξα το διάολο από το γιακά, που στο μεταξύ τακιμιάσαμε και του έδωσα - εγώ πια(!) - τη διαταγή της τελευταίας πράξης: «Κλώτσα τους να πάνε παραπέρα να παίξουνε. Δεν προλαβαίνω ν’ ασχοληθώ άλλο με του λόγου τους. Απολύθηκα!»

Κείμενο: Θοδωρής Θεοχαρίδης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου