Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

"ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΣΙΟΜΠΑΝΙΔΟΥ"


«Υπομονή, παιδιά. Μάθετε να ζείτε μ’ αυτό. Όλα θα πάνε καλά», είναι η τελευταία της κουβέντα προς όλους τους ανθρώπους με το ίδιο πρόβλημα. Η Ειρήνη Τσιομπανίδου έχει σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι 36 ετών. Ταλαιπωρείται από τα 19 της χρόνια. Δεν το έμαθε επίσημα. Κατά τύχη το άκουσε, κάποιο πρωινό. Βρεθήκαμε στο σπίτι της. Στο λιτό της σαλονάκι μού έμαθε ότι η ασθένειά της δε θεραπεύεται, «πεθαίνεις μ’ αυτό», όπως παραδέχτηκε χαρακτηριστικά η ίδια. 

Το 1996 περνά σε ΤΕΙ Λογιστικής και αποφοιτά το 2009, 12 χρόνια μετά, αλλά «δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό, γιατί κανένας δεν ξέρει την ταλαιπωρία που τράβηξα για να το βγάλω». Βρήκε τη δύναμη να μου τα πει όλα: πώς την αντιμετώπιζαν στη δουλειά της; Οι φίλοι της; Πόσοι έμειναν δίπλα της; Ποια η στάση τους στο πέρασμα των χρόνων; Πόσοι άντρες τής στάθηκαν και πόσοι το βάλανε στα πόδια; Πότε παντρεύτηκε και γιατί χώρισε; Πόσα χρήματα τής δίνει το κράτος για να ζήσει, εφόσον δεν μπορεί πια να εργαστεί; Φτάνουν;

«Αποφάσισα να δεχτώ να σου μιλήσω, γιατί θέλω να βοηθήσω ανθρώπους με το ίδιο πρόβλημα, που νομίζουν πως η ζωή γι’ αυτούς τελείωσε. Όμως, αν κάτι τέλειωσε, είναι το ίδιο το πάθος τους για τη ζωή». Το βλέπετε το φως στα ματάκια της; Εμένα με θάμπωσε. 



Η Ειρήνη στα 27 της χρόνια.
Θ.Θ.: Ειρήνη, κάνε μου μια εισαγωγή για τον εαυτό σου.

Ε.Τ.: Γεννήθηκα στις 23 Ιουλίου του ’78, στην Κάτω Καμήλα Σερρών, όπου ζω μέχρι σήμερα. Σπούδασα Λογιστική στις Σέρρες. Από τα 19 μου χρόνια δουλεύω σα λογίστρια. Στην αρχή σε πρακτικό επίπεδο, έπειτα κανονικά, με μισθό. Σταμάτησα να δουλεύω το 2009. Έκτοτε, δεν έχω δουλέψει ποτέ. Αναγνωρίζεται από το κράτος ένα 67% αναπηρίας και ζω με το επίδομα και τη σύνταξη που μου δίνει, ποσό το οποίο ανέρχεται στα 1.020 ευρώ το μήνα. Από τα χρήματα αυτά πρέπει να πληρώσω τα φάρμακα, τα εισιτήρια για να κατέβω στην Αθήνα να δω τη γιατρό μου και τα ατομικά μου έξοδα. Χωρίς τη βοήθεια των γονιών μου, δε θα μπορούσα να τα καταφέρω. Είμαι τυχερή, αν σκεφτείς ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που τα βγάζουνε πέρα εντελώς μόνοι.

Θ.Θ.: Πότε εμφανίστηκε η σκλήρυνση;

Ε.Τ.: Το 1997, όταν ήμουν 19. Ξυπνώ ένα πρωινό του Νοέμβρη, σηκώνομαι όρθια, τεντώνομαι και τρίβω τα μάτια μου. Κατεβάζω τα χέρια και το αριστερό μάτι μου δεν επανέρχεται στη θέση του. Τα ξανατρίβω, αλλά ούτε πάλι μπορώ να δω. Δεν έχω καθόλου όραση. Γρήγορα επηρεάζεται και το δεξί. Σφίγγομαι. Τρέχω μες στη θολούρα να πάρω τηλέφωνο τη μάνα μου στο χωριό - σπουδάζω στην πόλη των Σερρών εκείνη την περίοδο - της λέω ότι δε βλέπω τίποτα, με πιάνουν τα κλάματα, αντιλαμβάνεται ότι κάτι πηγαίνει στραβά, παίρνουν τ’ αμάξι με τον πατέρα μου κι έρχονται κακήν κακώς για να με πάνε στο νοσοκομείο. Εκεί, με εξετάζει γιατρός, με κοιτάζει από ‘δω, με κοιτάζει από ‘κει και μου βάζει κορτιζόνη. Μου εξηγεί ότι είναι ο μόνος τρόπος για να κερδίσω ξανά την όρασή μου. Μένω στο νοσοκομείο πέντε μέρες. Την πρώτη, καμία αλλαγή. Τη δεύτερη, σα να υποχωρεί η θαμπάδα. Την τρίτη, κάπως καλύτερα. Την πέμπτη μέρα επανήλθε η όρασή μου. Έκανα μαγνητική, αλλά δε διαπιστώθηκε τίποτα. Φεύγω ανυποψίαστη. Κοντά στο Πάσχα, όμως, ξυπνώ ένα πρωί και ζω τον εφιάλτη από την αρχή. Σηκώνομαι, τρίβω τα μάτια μου και χάνω το φως μου.

Θ.Θ.: Συγνώμη, βρε Ειρήνη, τι σου είπανε οι γιατροί την πρώτη φορά;

Ε.Τ.: «Είσαι τυχερή», μου είπανε, «δε σε χτύπησε αυτό που σκεφτόμαστε». Τη δεύτερη φορά, ξαναμπαίνω στο νοσοκομείο. Κάνω πάλι μαγνητική εξέταση και πλέον με βρίσκουν γεμάτη με στίγματα. Όμως, ακόμη και σ’ εκείνη τη φάση δε μου λένε ξεκάθαρα τι έχω. Δε γνωρίζω επίσημα τι μου συμβαίνει. Εντελώς τυχαία, ένα πρωί, τηλεφωνώ στο νοσοκομείο: «Καλημέρα σας. Η Ειρήνη Τσιομπανίδου είμαι, με θυμάστε;» ρωτώ, για να μου ‘ρθει η κεραμίδα: «Ναι. Εσύ δεν είσαι με τη σκλήρυνση κατά πλάκας;» Παθαίνω το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου. Από ‘κείνη τη στιγμή έσβησαν όλα. Τέλος! Ήξερα πολύ καλά για τη σκλήρυνση. Έσβησαν όλα. Όλα! Το καταλαβαίνεις; Συνειδητοποιώ τι άκουσα μόλις και της λέω: «Συγνώμη, να κάνω μια χαζή ερώτηση: πότε είχατε σκοπό να μου το πείτε;» Και μου απάντησε ότι εκείνοι δε φταίνε σε τίποτα, μίλησαν στους γονείς μου, οι οποίοι προφανώς επέλεξαν να μη μου μιλήσουν ακόμη για το θέμα. Κατεβάζω το ακουστικό με δύναμη, κρύβω το πρόσωπό μου στα χέρια μου και με πιάνουν τα κλάματα. 

Θ.Θ.: Τι είπες στους γονείς σου; 

Ε.Τ.: Στη μάνα μου. Της είπα ότι πήρα στο νοσοκομείο για να κλείσω ραντεβού για μαγνητική εξέταση και η γιατρός που σήκωσε το τηλέφωνο μού είπε τι έχω. Δε θυμάμαι τι μου απάντησε η μάνα μου. Έχω διαγράψει αυτή τη φάση από το μυαλό μου. Την έχω θάψει. Δε θέλω να τη μνημονεύω. Μου κάνει κακό.

Η Ειρήνη μαζί με φίλους κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων.
Θ.Θ.: Πάμε στο μετά, λοιπόν, Ειρήνη μου. Συνεχίζεις να δουλεύεις…

Ε.Τ.: Εννοείται. Δεν το αφήνω με ρίξει. Συνεχίζω κανονικότατα στη δουλειά μου ως λογίστρια και στοχεύω να τελειώσω το ΤΕΙ. Τα παράτησα για ένα διάστημα. Τελείωσα το 2009. Μπήκα το ’96 και τελείωσα το ’09 - και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό, γιατί κανένας δεν ξέρει την ταλαιπωρία που τράβηξα για να το βγάλω. Ξεκινά ένα μαρτύριο για μένα. Το 2002 με χτυπά και πάλι. Στα μάτια. Παίρνω για πέντε μέρες κορτιζόνη. Μετά άλλαξε το τροπάρι. Κάνω να σηκωθώ ένα πρωί από το κρεβάτι και δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Ξαπλώνω πάλι και κλαίω. Γιατί ξέρω ότι ο μόνος γ!@#$%^&* τρόπος για να σταματήσει - προσωρινά, βέβαια - όλο αυτό, είναι να πάω στο νοσοκομείο και να μου βάλουν κορτιζόνη. Φωνάζω, λοιπόν, τη μάνα μου και της λέω ότι δεν περπατάω. Μου χορηγούν στο νοσοκομείο πάλι κορτιζόνη και στις πέντε μέρες επανέρχομαι. Μεγάλη πίκρα, αγόρι μου. Πίστεψέ με. 

Θ.Θ.: Παρά τις δυσκολίες, δεν εγκαταλείπεις ποτέ τη δουλειά σου. Λογίστρια σε εταιρεία. Τι κλίμα επικρατεί στο εργασιακό σου περιβάλλον; Οι συνάδελφοί σου γνωρίζουν για σένα; Πώς σε αντιμετωπίζουν;

Ε.Τ.: Το ξέρουν οι πάντες από την αρχή. Είναι όλοι τους πολύ διακριτικοί. Δε με ρώτησε ποτέ κανένας για την ασθένεια. Βέβαια, για να μη γελιόμαστε, πίσω από την πλάτη μου ίσως ψιθύριζαν κάποιοι λόγια.

Θ.Θ.: Τις περιόδους που λείπεις στο νοσοκομείο και γυρίζεις πέντε μέρες μετά, πώς σε υποδέχονται;

Ε.Τ.: Με χαμόγελα. Πολύ γλυκά. Συνηθισμένα. Δεν ασχολούνται με το πρόβλημά μου.

Η Ειρήνη απολαμβάνει το freddo cappuccino στο μπαλκόνι της
κι εγώ την απαθανατίζω με το φακό της φωτογραφικής μου μηχανής.
Θ.Θ.: Στα 19 σου, οπότε κι εμφανίζεται η ασθένεια, έχεις κάποια ερωτική σχέση;

Ε.Τ.: Αρχικά, να σου πω ότι με όποιο αγόρι (τότε) ή άντρα (αργότερα) είχα νταλαβέρι στη ζωή μου, μαζί με τ’ όνομά μου έλεγα κι ότι έχω σκλήρυνση. Ήθελα να είμαι ειλικρινής και ξεκάθαρη από την αρχή με όλους, Θοδωρή μου. Βέβαια, όλοι τους, αργά ή γρήγορα, εξαφανίζονταν από τη ζωή μου - διακριτικά ή μη. Στα 14 μου, έχω την πρώτη μου σχέση. Αγαπηθήκαμε τρελά, σε μια ηλικία τρυφερή, όμορφη κι αγνή. Στα 18 με χωρίζει. Ήθελε να μείνουμε μαζί. Αλλά δεν ήθελε να σπουδάσω. Καλά, μετά αρραβωνιάστηκε τρεις φορές. Σήμερα είναι παντρεμένος με παιδιά. Μέχρι σήμερα πιστεύω ότι αρρώστησα εξαιτίας του άγχους και της στενοχώριας μου για την κατάσταση. Έπειτα, είχα περιστασιακές σχέσεις. Δεν αισθανόμουν άνετα να μείνω σε μία σχέση για καιρό. Φοβόμουν ότι σύντομα ή αργότερα θα ερχόταν η απόρριψη.

Θ.Θ.: Οι φίλοι σου τι σου έλεγαν; Ποια είναι η στάση ολ’ αυτά τα χρόνια;

Ε.Τ.: Τα κλασικά, να βρω κάποιον, να νιώσω καλά, να αγαπήσω, να αγαπηθώ. Άκουσε να σου πω. Ποτέ μου δεν είχα ιδιαίτερη σχέση με κανένα φίλο ή φίλη. Πάντα έτεινα προς τη μοναξιά. Είμαι βαθιά μοναχικό άτομο. Η ίδια ζητώ την απομόνωση. Εγώ ξεκόβω τον εαυτό μου από τους άλλους. Εγώ επέλεξα ν’ αφήσω τους φίλους μου έξω απ’ ολ’ αυτά.

Θ.Θ.: Για ποιο λόγο; Μου κάνει εντύπωση.

Ε.Τ.: Γιατί να βάλεις κάποιον σε μια διαδικασία, την οποία καλά - καλά δεν μπορείς εσύ ν’ αντέξεις! Οι άνθρωποι προσπάθησαν να με βοηθήσουν, να με πλησιάσουν, εγώ ήμουν αυτή που τους έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα. Η Ρίτσα μόνο, εκείνη άντεξε τη συμπεριφορά μου. Ερχόταν, η κοπέλα, μαζί μου στο νοσοκομείο, με γύριζε σπίτι, μου μίλαγε γλυκά, μου ‘δινε θάρρος.

Θ.Θ.: Σήμερα έχετε επαφές με τη Ρίτσα;

Ε.Τ.: Όχι. Έκανα τη μ!@#$%^ και παντρεύτηκα. Την έχασα. Εγώ φταίω.

Θ.Θ.: Πότε γνωρίζεις τον πρώην σύζυγό σου;

Ε.Τ.: Στα 26 τον γνωρίζω και στα 27 τον παντρεύομαι. Ήταν προξενιό της ξαδέρφης μου. Μου λέει μια μέρα: «Μπορώ να σου κανονίσω να βγεις για έναν καφέ με κάποιον». Δέχομαι. Πίνουμε έναν καφέ. Μου έδειξε αγάπη. Συμπόνια. Με συγκίνησαν τα λόγια του. Κι εγώ ήθελα να έχω δίπλα μου έναν άνθρωπο, ανάγκη είναι, το καταλαβαίνεις. Του αποκάλυψα από την πρώτη στιγμή τι μου συμβαίνει, για να μου απαντήσει εντελώς ψύχραιμα ότι δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα κι ότι θα με στηρίξει μέχρι το τέλος. Τον πίστεψα. Το 2006 ήπιαμε εκείνον τον καφέ, το 2007 παντρευτήκαμε. Στους έξι μήνες είχαμε αρραβωνιαστεί. Μετά το γάμο, φεύγουμε από το χωριό και πηγαίνουμε να μείνουμε στην πόλη των Σερρών. Νοικιάζουμε ένα σπίτι, το επιπλώνουμε, το συμμαζεύουμε, έτοιμο. Στο μεταξύ, συνεχίζω να δουλεύω. Αρχίζει μια ζωή καλή, Θοδωρή. Με την πάροδο του καιρού, όμως, συνειδητοποιώ με φρίκη ότι δεν τον αγάπησα ποτέ αυτόν το άντρα.

Θ.Θ.: Τότε γιατί τον παντρεύτηκες;

Ε.Τ.: Ήθελα να το κάνω, έτσι, για να πω ότι παντρεύτηκα! Μέγα λάθος. Αυτός ο γάμος δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Θέλω σ’ αυτό το σημείο να μου επιτρέψεις να πω σε όλα τα νέα παιδιά - άρρωστα και υγιή - ότι δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για γάμο. Και αν οι γονείς κάποιων το έχουνε βάλει σκοπό να τους παντρέψουν για τα μάτια του κόσμου, γιατί αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, όπως λένε, στη Γη, πλανώνται οικτρά, έτσι να τους πουν. Ελεύθερη βούληση, παιδιά. Η ζωή σάς ανήκει. Μην αφήνετε τους άλλους ν’ αποφασίζουν για εσάς, ακόμη κι αν μιλάμε για τους ανθρώπους που σας φέρανε στον κόσμο, τους ίδιους τους γονείς σας. Δεν παντρεύεσαι γιατί θέλεις να έχεις δίπλα σου έναν άνθρωπο, Ειρήνη! Παντρεύεσαι από αγάπη.



Θ.Θ.: Πώς είναι ο έγγαμος βίος σας; Σε στήριζε, όπως περίμενες;

Ε.Τ.: Όχι.

Θ.Θ.: Ήταν αδιάφορος;

Ε.Τ.: Εντελώς.

Θ.Θ.: Εξαφανιζόταν;

Ε.Τ.: Ναι. Γλυκόπικρη η συμβίωσή μας. Πάντα μαγείρευα αποβραδίς. Γυρίζαμε το μεσημέρι κι οι δύο από τη δουλειά, έβαζα να φάμε, κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, βλέπαμε τηλεόραση… Πνιγόμασταν στη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Θ.Θ.: Δεν υπήρχε ουσιαστική επικοινωνία.

Ε.Τ.: Αφού δεν υπήρχε αγάπη;

Θ.Θ.: Και πώς περνά ο καιρός σ’ ένα σπίτι μ’ έναν άνθρωπο που δεν επικοινωνείς;

Ε.Τ.: Το σπίτι στο οποίο μένουμε μας το νοικιάζει μία συμπαθέστατη κυρία με δύο παιδάκια. Αγάπησα πολύ αυτήν την κυρία και τα παιδάκια της. Πάρα πολύ. Βρίσκω διέξοδο σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Η επόμενή μου κίνηση ήταν ο χωρισμός. Μια κυριακάτικη νύχτα ρίχνω τίτλους τέλους.

Θ.Θ.: Εκείνος πώς αντιδρά;

Ε.Τ.: Πολύ ήρεμα. Σηκώθηκε, πήρε τα πράγματά του κι έφυγε. Ήθελε να χωρίσουμε. Απλά δεν είχε τ’ α!@#$%^ να γυρίσει και να νου το πει. Το έκανα εγώ.

Θ.Θ.: Πότε υπεγράφη το διαζύγιο;

Ε.Τ.: Την επόμενη Παρασκευή.

Θ.Θ.: Συναινετικό;

Ε.Τ.: Ναι.

Θ.Θ.: Οπότε, πλέον, λύνονται τα χέρια σου.

Ε.Τ.: Εντελώς.

Θ.Θ.: Γυρίζεις πάλι στη μοναξιά σου.

Ε.Τ.: Όντως.

Θ.Θ.: Δε βρέθηκε από τότε κάποιος άλλος άντρας;

Ε.Τ.: Έξι μήνες μετά. Δε θα πω τ’ όνομά του. Ήταν έρωτας. Ήταν αγνή αγάπη. Τον αγάπησα πραγματικά, Θοδωρή μου.

Θ.Θ.: Ο άντρας αυτός έχει το ίδιο πρόβλημα με σένα;

Ε.Τ.: Ναι.

Θ.Θ.: Πώς περνάει ο καιρός σας;

Ε.Τ.: Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ τον αγαπάω. Είμαι τόσο χαρούμενη, τόσο ευτυχισμένη! Αλλά ξέραμε κι οι δύο μέσα μας ότι αυτό που ζούμε είναι παροδικό. Σύντομα θα περνούσε. Υπήρχε απόσταση. Εκείνος ζούσε στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Εγώ βόρεια. Ήμασταν μακριά. Στα δύο χρόνια, το λήξαμε. Έφυγε από την Αθήνα, πήγε στη Ρόδο, βρήκε μια κοπέλα και σήμερα είναι παντρεμένος.

Θ.Θ.: Πώς το μαθαίνεις, από τον ίδιο;

Ε.Τ.: Ναι.

Θ.Θ.: Πώς αντιδράς;

Ε.Τ.: Τον αγαπούσα πολύ. Ήθελα να είναι καλά.

Θ.Θ.: Ειρήνη, έχεις επισκεφθεί ποτέ κάποιον ψυχολόγο;

Ε.Τ.: Ναι. Αλλά δε βοηθήθηκα. Ξέρεις γιατί; Δε μίλησα.

Θ.Θ.: Πήγαινε πάλι. Πες του τα όλα.

Ε.Τ.: Θα ειπωθούν αλήθειες. Δεν ξέρω αν θα τις αντέξω.

Θ.Θ.: Είναι προτιμότερο να ζεις σε μια πλάνη; Ή με μισές αλήθειες;

Ε.Τ.: Όχι. Μπορεί να πάω.

Θ.Θ.: Μίλησέ μου για τους γονείς σου.

Ε.Τ.: Στενοχωριέμαι, μωρέ. Στενοχωριέμαι που δεν μπορώ να είμαι όπως με φέρανε στον κόσμο. Το μεγαλύτερο μαράζι μου. Αν δεν είχα δίπλα μου τη Βάσω και το Γιάννη, δε θα τα κατάφερνα.

Θ.Θ.: Ειρήνη μου, τι άλλο σ’ έχει σημαδέψει στη ζωή σου;

Ε.Τ.: Οι αυτοκτονίες των δύο θείων μου, αδέρφια του πατέρα μου. Ο ένας αυτοκτόνησε γιατί είχε κατάθλιψη. Ο άλλος δεν ξέρουμε.

Θ.Θ.: Είσαι ανοιχτή σε μία νέα ζωή πλάι σε κάποιον άντρα;

Ε.Τ.: Αμέ.

Θ.Θ.: Παιδιά; Μπορείς να κάνεις;

Ε.Τ.: Μπορώ να κάνω, αλλά δε θέλω. Γιατί ξέρω ότι αφότου γεννήσω, θα με χτυπήσει δυνατότερα η ασθένεια.

Θ.Θ.: Ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που έχεις κάνει στη ζωή σου;

Ε.Τ.: Που πήρα το Proficiency.

Θ.Θ.: Κι αυτό για το οποίο μετάνιωσες;

Ε.Τ.: Που παντρεύτηκα.

Θ.Θ.: Θα παντρευόσουν δεύτερη φορά;

Ε.Τ.: Ναι, αλλά με προϋποθέσεις αυτή τη φορά. 

Θ.Θ.: Ιδανική ζωή;

Ε.Τ.: Υγεία ολούθε!

Θ.Θ.: Πες μια κουβέντα προς όλους εκείνους με το ίδιο πρόβλημα.

Ε.Τ.: Υπομονή. Τίποτ’ άλλο. Υπομονή, παιδιά. Μάθετε να ζείτε μ’ αυτό.




Συνέντευξη στο Θοδωρή Θεοχαρίδη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου