Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

"Ο ΤΟΛΚΙΝ ΖΕΙ ΣΤΗ ΘΗΒΑ"

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΓΙΑΝΝΙΤΣΑΚΗ


«Ξεκίνησα να γράφω στα 13 μου, αλλά η δημιουργία φανταστικών κόσμων και ηρώων ξεκινά από τα 6 μου χρόνια», μου αποκαλύπτει ο Απόστολος Γιαννιτσάκης. Η πρώτη απόπειρα του 26χρονου συγγραφέα φανταστικής λογοτεχνίας από τη Θήβα να αποτυπώσει στο χαρτί τους φανταστικούς κόσμους που έχει οραματιστεί, να σκιαγραφήσει τους ήρωες που γεννά ο νους του, εκφράζοντας έτσι τη μοναξιά που βιώνει στο σπίτι, εφόσον μέχρι εκείνη την ηλικία ζει ως μοναχοπαίδι, γίνεται το 1999, σε ηλικία 10 ετών. Ενώ παρασύρει τα γειτονόπουλα της περιοχής του σε επινοημένες από τον ίδιο κοσμογονίες, όπου συμμαχίες ανθρώπων και ζώων με δυνάμεις ενάντια στο Κακό, σηματοδοτούν μια γλυκιά παιδική ηλικία, βγαλμένη από το μυαλό ενός επίδοξου συγγραφέα. Έπειτα, έρχονται δύο βραβεύσεις: πρώτη διάκριση το 2010, όπου καταφέρνει να αναρριχηθεί στην πρώτη θέση - ανάμεσα σε 73 συγγραφείς - της ημερίδας «Σύγχρονη Λογοτεχνία Φαντασίας» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.  Ενώ η επόμενη πόλη που τον τιμά είναι η Λάρισα, όπου σπουδάζει και ζει για 2,5 χρόνια. Το συγγραφικό έργο του Απόστολου θα μας απασχολήσει με βεβαιότητα στο μέλλον.



Γιατί τότε, στα 13 σου χρόνια, οπότε και γίνεται η αρχή του συγγραφικού σου ταξιδιού, επιλέγεις να γράψεις φανταστική λογοτεχνία, ένα είδος που μας έχει συστήσει με τον καλύτερο τρόπο ο (Τζον Ρόναλντ Ρούελ Ραλφ Ρούλης) Τόλκιν με το «Χόμπιτ», τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»  και το «Σιλμαρίλλιον»;


Ξεκίνησα να γράφω στα 13 μου, αλλά η δημιουργία φανταστικών κόσμων και ηρώων ξεκινά από τα 6 μου. Σοβαρολογώ. Είμαι μόλις 6 ετών, όταν μαζεύω μια ολόκληρη γειτονιά κι ένα τσούρμο από παιδιά ακολουθούν τους κόσμους που χτίζω, γκρεμίζω και οικοδομώ ξανά σε δευτερόλεπτα. Υπήρχαν, τότε, πρόσωπα, από συγγενείς μέχρι γείτονες και δασκάλους, οι οποίοι απορούσαν πώς γίνεται ένα μικρό παιδί να σκέφτεται τόσα πράγματα και να παρασύρει σε αυτά τόσα παιδιά! Συνεπώς, μάλλον το είδος επέλεξε εμένα. Στην πορεία, φυσικά, διαμορφώθηκα σα συγγραφέας καλύτερα από διάφορες εξωγενείς συνθήκες. Ο Τόλκιν, τον οποίο «γνώρισα» στον κινηματογράφο το 2001, όταν είδα τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, αποτέλεσε για μένα σοβαρό κίνητρο, το σοβαρότερο ίσως, για να εξελιχθώ. Έτσι, από ‘κει κι έπειτα έγινα τελειομανής.

Στο πρώτο από τα εφτά βιβλία που έχεις γράψει, το οποίο έχει εκδοθεί, υπογράφεις με το ψευδώνυμο «Απόστολος Ιωακείμ». Στο γιατί έχεις απαντήσει. Εγώ θα σε ρωτήσω αν το Ιωακείμ σημαίνει κάτι. Γιατί, λοιπόν, Ιωακείμ και όχι κάτι άλλο;

Το Ιωακείμ δε σημαίνει τίποτα. Πρέπει όμως - στη πορεία, ίσως - να βρω κάτι πιο προσωπικό. Βέβαια, ενδέχεται και να κρατήσω το επίθετο μου ως έχει.

Μέχρι τα 15 σου είσαι μοναχοπαίδι, γεγονός - αιτία για να αρχίσεις να γράφεις. Αν είχες ένα αδερφάκι, πιστεύεις ότι δε θα είχες καθίσει ποτέ μπροστά στον υπολογιστή σου για να αποτυπώσεις την πρώτη σου ιστορία;

Ωραία ερώτηση. Δεν ξέρω να σου απαντήσω με βεβαιότητα, αλλά σίγουρα πιστεύω πολύ στη θεωρία που λέει πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Πιθανόν, αν δεν είχα αδερφάκι, το έργο μου, όλη αυτή η κοσμογονία που ‘χω φτιάξει, γεμάτη με στοιχεία φαντασίας, επικών μαχών και κοινωνικοδραματικών προεκτάσεων, να μην είχε πάρει τέτοια διάσταση. Ίσως να μην είχα βραβευτεί και ποτέ. Αλλά πριν αναφέρθηκα σε «εξωγενείς συνθήκες» που με διαμόρφωσαν. Μέσα σε αυτές, λοιπόν, είναι κι ότι ήμουν μοναχοπαίδι μέχρι τα 15 μου.

Θα ήθελες αργότερα να δοκιμαστείς σε κάποια άλλη κατηγορία γραφής ή σε ξενίζει εντελώς η ιδέα;

Προς ώρας, προσεύχομαι να έχω αντοχές, έμπνευση και διάθεση για να ολοκληρώσω την εφταλογία μου. Πάντα αυτό έκανα. Δεν είμαι άνθρωπος που βάζω πολλά στο νου μου, ώστε μετά να μην μπορώ να ολοκληρώσω τίποτα απ’ ολ’ αυτά. Έχω σκεφτεί ότι θα ήθελα να διασκευάσω διάφορα σενάρια και να τα κάνω όμορφα βιβλία. 

Υπάρχει κάποιο θέμα για το οποίο δε θα έχεις ποτέ τη δύναμη να γράψεις;

Νομίζω πως όχι. Θα μπορούσα να γράψω ακόμη και για την απώλεια κάποιου αγαπημένου μου προσώπου και να «ματώσω», παρά να το αφήσω να σταλάξει μέσα μου. Καλό είναι το ρυάκι να μην το φράζεις με κλαριά και πέτρες.

Απόστολε, θα 'θελα να μου συστήσεις τους ήρωές σου. την Αρχόντισσα Φύση, τον Σκότους, τον Μπέργκαν, τον Μπεντρίλ, τον Ιγνάτιο, τη Σαράπι, την Ολίβια, τη Σοφούλα, τον Άλεξ, τον Φίλιπ και τη Μοβούλα. Άνθρωποι και ζώα που κουβαλάς χρόνια στο νου σου κι έχουν σημαδέψει την ψυχή και τη ζωή σου. 


Η Αρχόντισσα Φύση είναι ό,τι πιο καθαρό κι αναμάρτητο υπάρχει στον κόσμο αυτό. Προσωποποιεί την ομορφιά αυτού του πλανήτη, δίχως όμως την επίκτητη φθορά του, την οποία δημιουργήσαμε εμείς, οι άνθρωποι. Ο Σκότους από την άλλη, είναι η συγκέντρωση, είναι το βήμα της δοξασίας όλων των κακών πτυχών του ανθρώπου, στο χείριστο βαθμό. Ο Μπέργκαν είναι η μορφή του ανθρώπου εκείνου που δείχνει πώς θα ‘πρεπε να είναι ο άνθρωπος. Φτιαγμένος κατ’ εικόνα της Αρχόντισσας. Ο Μπεντρίλ είναι ο αρχηγός της ομάδας των «Διαδόχων του Κρυστάλλου», μιας ομάδας που προστατεύει τον Κρύσταλλο. Ένα πλάσμα πανέμορφο, μιας φυλής υπό εξαφάνιση - και καθότι ο πιο ισχυρός αρχηγός ομάδας που έχει περάσει, είναι ένα πλάσμα με μηδαμινό ψήγμα έπαρσης. Μάλιστα, είναι ιδιαίτερα ανασφαλής, έχοντας συνεχώς την ανάγκη να του δηλώνουν οι φίλοι του πόσο τον αγαπούν και τον νοιάζονται, ενώ τους αγαπά ίσως πιο πάνω κι απ’ τη ζωή του. Ο Ιγνάτιος είναι ένας δράκος, ο οποίος έχει υποστεί μια κατάρα από φυλή δαιμόνων - εχθρική προς τους δράκους - κι έχει χάσει τη «δρακίσια περηφάνια» του, με αποτέλεσμα να έχει ανθρώπινο ύψος. Είναι ο σοφός της παρέας - και για να είμαι πιο σαφής, ο ξερόλας της παρέας - πράγμα που τον φέρνει σε ένταση με τη λέαινα Σαράπι. Επειδή εκείνη γενικά έχει ένα ρόλο πιο παθητικό, αποτελεί πάντα τον ειρηνοποιό ανάμεσα σε διενέξεις των φίλων της. Η Σοφούλα και η Πέρλα είναι οι γηραιότερες της ομάδας, σκυλί η πρώτη και λύκαινα η δεύτερη. Είναι οι σοφότερες, αυτές που κουβαλούν αιώνες στις πλάτες τους και καθοδηγούν όλους τους υπόλοιπους. Η Σοφούλα, αεικίνητη, πανίσχυρη, φόβος και τρόμος των Κακών, ενώ η Πέρλα, παρότι ισχυρή, είναι μερικά βήματα πιο πίσω, ώστε να χαλιναγωγεί την αμείλικτη λογική της πρώτης, με το συναίσθημά της. Η Σοφούλα, επίσης, έχει εγγονή τη Λουκρέσια. Ο Άλεξ και η Φαίδρα είναι οι άνθρωποι της ομάδας κι έχουν γιο τους τον 4χρονο Φίλιπ. Η ιστορία τους είναι αναμφίβολα μέσα στις πιο τραγικές του έργου. Τέλος, η Μοβούλα είναι μια χαριτωμένη γάτα, αδερφή της Μιλαίδη, αλλά εξαιρετικά γκρινιάρα, επειδή δεν έχει καταφέρει να κρατήσει κανένα γάτο στο πλευρό της, εξαιτίας του χαρακτήρα της. Παρότι εκείνη το μεταφράζει ως «σκληρή και άδικη ζωή».

Τι έχουν η Μιλαίδη και η Λουκρέσια, τις οποίες ξέρω ότι ξεχωρίζεις από τους ήρωές σου, που δεν έχουν οι υπόλοιποι;

Η Μιλαίδη και η Λουκρέσια είναι δυο εκ δια μέτρου αντίθετες προσωπικότητες. Η Μιλαίδη από τη μία, είναι εξαιρετικά δυναμική και ισχυρή, τολμηρή, σχεδόν παράτολμη,  σαρκαστική, καθώς έχει και τις πιο βιτριολικές ατάκες - και δε γνωρίζει φόβο απέναντι στον οποιοδήποτε εχθρό. Η Λουκρέσια απ’ την άλλη, παρότι εξίσου ισχυρή, δεν είναι δυναμική. Είναι φοβητσιάρα, αγαθή - με την έννοια ότι δε βάζει κακό με το νου της για κανέναν - και ίσως η πιο καλόψυχη της παρέας, με πραγματικά ανιδιοτελείς σκοπούς. Ξεχωρίζω αυτές τις δυο ηρωίδες, γιατί αγγίζουν τα δυο άκρα, χαρακτηρολογικά. Προσωπικά, θα ήθελα πολύ να είμαι περισσότερο δυναμικός και τολμηρός, όπως θα ήθελα πολύ να έχω λίγο από την αγαθοσύνη της Λουκρέσια, γιατί η ζωή δυστυχώς σε αναγκάζει να είσαι καχύποπτος πλέον. Τέλος, οι δυο αυτές ηρωίδες είναι πραγματικά η εξισορρόπηση της μιας προς την άλλη. Κι αυτά που θα τις δέσουν είναι περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν. 

Το Σκότος γεννάται στο βιβλίο σου εξαιτίας της αλαζονικής συμπεριφοράς των ανθρώπων που ζουν σ’ εκείνο το νησί, μεταξύ του Ατλαντικού και της Ισπανίας, ένα σημείο σύζευξης του πραγματικού και του φανταστικού. Θεωρείς ότι όσα συμβαίνουν σήμερα είναι η τιμωρία μας; Μας αξίζει να τιμωρηθούμε;

Δεν πιστεύω ότι μας αξίζει να τιμωρηθούμε. Δεν ξέρω αν το επιθυμητό αποτέλεσμα θα επέλθει τελικά δια της τιμωρίας. Πιστεύω, όμως, σίγουρα - τα ίδια τα γεγονότα το δείχνουν - πως αυτό που ζούμε σήμερα, εδώ και πολλά χρόνια, είναι η τιμωρία μας. Σαφώς. Όταν ζεις εις βάρος άλλων ανθρώπων, εις βάρος των αδύναμων, όταν καταστρέφεις το περιβάλλον, τη φύση γύρω σου, που από αυτή αναπνέεις, εμπνέεσαι, ονειρεύεσαι, ερωτεύεσαι, τότε αυτή η ασυνείδητη αυτοτιμωρία σίγουρα αφήνει πληγές, οι οποίες κάποτε θα αιμορραγήσουν και δεν θα υπάρχει γιατρειά.

Το γεγονός ότι το Κακό περνά με διάφορους τρόπους από γενιά σε γενιά, έπειτα από την κατά πρόσωπο συνάντηση της Αρχόντισσας Φύσης με τον Σκότους, μου δίνει την εντύπωση πως θέλεις να στείλεις το μήνυμα ότι ο κόσμος - και ο δικός μας και εκείνος - έχει δύο όψεις, την καλή και την κακή. Μίλησέ μου για τα υπόλοιπα μηνύματα που θέλεις να στείλεις στους αναγνώστες σου.
    
Μα η όλη ουσία του έργου είναι αυτή ακριβώς. Ο κόσμος ο φανταστικός που έχω πλάσει, αλλά και ο κόσμος ο δικός μας έχουν ακριβώς τις ίδιες πληγές, την ίδια κρίση αξιών, την ίδια ανθρώπινη έκπτωση. Και σαφώς ο κόσμος έχει δυο όψεις, την όψη του Καλού και του Κακού. Το ένα δίχως το άλλο δεν υπάρχει. Και παρότι στα περισσότερα έργα φαντασίας το Καλό θριαμβεύει στο τέλος, αυτό ρεαλιστικά δε συμβαίνει. Το μήνυμα που προσπαθώ να περάσω στους αναγνώστες μου είναι πως θριαμβευτική νίκη του Καλού δεν υπάρχει αν δεν έχεις πρώτα θυσιάσει, αν όχι χάσει, πολλά. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Όσο όμορφη, άλλο τόσο σκληρή είναι. Τίποτα δε κερδίζεται αν δεν κερδηθείς ως ένα βαθμό. Το βασικότερο όμως μήνυμα είναι, πως ακόμα και στις ήττες σου αν κινείσαι με άξονα την αγάπη και το σεβασμό στη φιλία, το δίχως άλλο θα είναι ένδοξες ήττες, μπροστά στη νίκη που θα ‘χεις καταφέρει.

Η Αρχόντισσα Φύση από πού αντλεί τη δύναμη για να παλέψει στην τιτάνια μάχη ενάντια στο Κακό;

Ελπίζει στον άνθρωπο. Μια ατέρμονη ελπίδα πως δε θα τη προδώσει. Ακόμα κι όταν νιώθει τη προδοσία του να τη μολύνει και να τη καίει, ελπίζει πως θα βρει το δρόμο του ξανά, έστω κι αργά.


Συνέντευξη στο Θοδωρή Θεοχαρίδη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου