Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

"ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΗ ΜΠΑΛΛΑ"

«Κανένας δε φαντάζεται τη δύναμη που κρύβει μέσα του, μέχρι να χρειαστεί να τη χρησιμοποιήσει», θα μου αποκαλύψει ο Ζώης Μπάλλας με την ορθοφροσύνη να φωτίζει το πρόσωπό του - κι ένα βλέμμα πολυμαθές, πολύγνωρο, που σε κοιτάζει κατάματα και σου εξομολογείται με μιαν αφοπλιστική ειλικρίνεια την ιστορία του. Γεννημένος τη 14η του Νοέμβρη το ’87, επαγγελματίας μπασκετμπολίστας μέχρι τα 24 του χρόνια, μοντέλο του Κωστέτσου από τα 22 του, απόφοιτος ΤΕΦΑΑ και εργαζόμενος ως γυμναστής, βρίσκεται σήμερα απέναντί μου, όχι για να μιλήσουμε σχετικά με το life style, το modeling, τη νύχτα, αλλά για να μου διηγηθεί μιαν ιστορία, «βασισμένη σε αληθινά γεγονότα», όπως την έζησε ο ίδιος και την κατέγραψε για πάντα στο μοτεράκι του μυαλού του, όταν αιμόφυρτος στο έδαφος, στη μέση ενός άδειου δρόμου, μία μέρα μετά την Πρωτομαγιά, αγωνιά να μεταφερθεί το συντομότερο δυνατό στο πλησιέστερο νοσοκομείο, εφόσον έχει πέσει από τη μηχανή και έχει συρθεί τουλάχιστον για 20 μέτρα! Ένα μάθημα ζωής δια στόματος Ζώη Μπάλλα. Κάπου στη Δάφνη, λοιπόν, σ’ ένα καφέ πάνω από το μετρό, διδάχτηκα ότι στη ζωή επιβιώνουν μονάχα οι μπροστάρηδες.


Θ.Θ.: Θέλω να σε γυρίσω σ’ εκείνη τη μέρα. Πες μου για το ατύχημα.

Ζ.Μ.: Πήγα για μπάνιο στην Άνω Γλυφάδα, στη Σαρωνίδα. Ήρθε η στιγμή να φύγω, ανέβηκα στη μηχανή και πήρα να οδηγώ με ταχύτητα πορείας σ’ ένα δρόμο άδειο. Σε κάποια φάση ο δρόμος είχε ένα ανάχωμα, το οποίο ήταν καταλυτικό: βγήκα εκτός πορείας και σύρθηκα περίπου 20 μέτρα πάνω στο τσιμέντο. Φόραγα μια βερμούδα, με αποτέλεσμα να πάθω εγκαύματα της κλίμακας του 9%, τα οποία ξεκινούσαν από το ισχίο και κατέληγαν στον αυχένα του αστραγάλου, κάτω, στο κουντεπιέ. Γρήγορα καταλήγω σε στρατιωτικό νοσοκομείο, (εφόσον αυτή την περίοδο εκτελώ τα στρατιωτικά μου καθήκοντα). Αποκτώ τραύματα και στην πλάτη.

Θ.Θ.: Στη μηχανή επέβαινες μόνος;

Ζ.Μ.: Ναι, μόνος μου.

Θ.Θ.: Την στιγμή που τελειώνει το επεισόδιο, μετά την πτώση σου από τη μηχανή, ποιον παίρνεις τηλέφωνο;

Ζ.Μ.: Τον πατέρα μου.

Θ.Θ.: Τι του λες;

Ζ.Μ.: «Πατέρα, μην αγχωθείς. Έχω χτυπήσει με τη μηχανή, αλλά ειμ’ εντάξει».

Θ.Θ.: Πόση ώρα είσαι πεσμένος και περιμένεις;

Ζ.Μ.: Τίποτα πέντε λεπτά.

Θ.Θ.: Δε σταμάτησε κανένας να σε βοηθήσει;

Ζ.Μ.: Αμέσως, κιόλας. Με πλησιάζει ένας κύριος, ο οποίος με ρωτά αν μπορώ να σηκωθώ και με μεταφέρει στο Ασκληπιείο της Βούλας, όπου μου παρέχονται οι πρώτες βοήθειες. Ο πατέρας μου ήρθε και με βρήκε εκεί.

Θ.Θ.: Πόσες μέρες νοσηλεύεσαι;

Ζ.Μ.: 14, μέχρι 16 του Μαΐου.

Θ.Θ.: Παίρνεις εξιτήριο από το νοσοκομείο και από το στρατό σού δίνεται αναρρωτική άδεια 12 μερών. Τη στιγμή, όμως, που περιμένει κανείς να παραμείνεις στο σπίτι και κλινήρης, εσύ κρυφά από γονείς και γιατρούς τρυπώνεις στο γυμναστήριο και προπονείσαι για τους αγώνες bodybuilding της Wabba. Πού βρίσκεις τη δύναμη, βρε Ζώη;

Ζ.Μ.: Κανένας δε φαντάζεται τη δύναμη που κρύβει μέσα του, μέχρι να χρειαστεί να τη χρησιμοποιήσει. Δεν ήθελα ν’ αφήσω την κατάσταση να με ρίξει. Στη ζωή μου έχω την τάση να κυνηγώ δαίμονες και να δημιουργώ φάσεις κι αντιφάσεις - πάντα στον εαυτό μου - αλλά με στόχο και μοναδικό σκοπό τη βελτίωσή του και μόνο. Θεώρησα ότι αν το αφήσω να με βάλει κάτω, ψυχικά θα πάψω να υπάρχω. Στη ζωή μου πάντα έδινα μπουνιά στο μαχαίρι κι έτσι κατάφερα να κάνω ό,τι πέτυχα μέχρι στιγμής. Είπα, λοιπόν: «Είμαι ζωντανός. Ειμ’ εδώ. Θα το παλέψω. Άλλοι δεν έχουνε πόδια ή χέρια, κατεβαίνουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διακρίνονται, παίρνουν πρωτιές. Τέλος. Θα το κάνω». Ξεκινώντας την προπόνηση, γνωρίζω ότι δεν μπορώ να προβώ σε αερόβιες ασκήσεις. Οι πληγές στο δεξί μου πόδι είναι ακόμη νωπές, με τραβούν και πονούν αφόρητα. Συνεπώς, δεν μπορώ να κάνω ούτε πόδια. Ευτυχώς, στο διαγωνισμό φοράμε βερμούδα, ενώ μαθαίνω η κατάσταση των ποδιών δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, εφόσον οι κριτές επικεντρώνονται στο πάνω μέρος. Έπρεπε, τώρα, να γυρίσω στη φυσική κατάσταση με την οποία προοριζόμουν να συμμετέχω στους αγώνες. Εξαιτίας, όμως, του ορού αλατιού που μου χορηγήθηκε στο νοσοκομείο, έγινε κατακράτηση νερού σε όλο μου το κορμί. Κι ενώ οι διατροφές που δίνω στους πελάτες μου δεν είναι ποτέ στερητικές, αλλά προσεγμένες και ευέλικτες, αναγκάζομαι στον ίδιο μου τον εαυτό να κάνω τρομερό κακό, μπλέκοντας με απογλυκογονόσεις, με αποτέλεσμα να είμαι όλη μέρα έτοιμος να καταρρεύσω, να λιποθυμήσω. Σκέψου ένα σώμα των 2,05 χωρίς υδατάνθρακα!

Θ.Θ: Μακριά απ’ όλους, βέβαια, αλλά αν κάτι παρόμοιο συνέβαινε σε κάποιον από τους πελάτες που γυμνάζεις και σου εξέφραζε την επιθυμία να προπονηθεί για να συμμετάσχει στους αγώνες, τι θα έκανες;

Ζ.Μ.: Θα του έδενα τα χέρια και τα πόδια στο κρεβάτι!

Θ.Θ.: Ξημερώνει, λοιπόν, 31 του μήνα. Τι σκέφτεσαι το πρωί, τη στιγμή που ανοίγεις τα μάτια σου;

Ζ.Μ.: Μα δεν τα ‘κλεισα όλη νύχτα. Γυρνούσα όλη τη νύχτα γύρω - γύρω στο σπίτι σαν το φάντασμα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν αν θα μου επιτρέψουν ν’ αγωνιστώ με τις πληγές στο πόδι. Φτάνω, λοιπόν, στο ξενοδοχείο Novotel, όπου θα διεξήχθησαν οι αγώνες, με τη μόνη ανησυχία αν θα με αφήσουν να συμμετέχω με τις πληγές! Ωστόσο, όταν έπεσε το σπρέι, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Μόνο το τσιρότο φαινόταν ελάχιστα, χαμηλά στο κουντεπιέ. Διακρίθηκα στην 3η θέση. Οπότε μόλις μου δίνουν το μικρόφωνο, τους ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσαν να διαγωνιστώ, καταστώ σαφές ότι δε μ’ ενδιέφερε η 1η ή η 2η θέση, «γιατί 14 ολόκληρες μέρες ήμουνα στο νοσοκομείο και δεν ήξερα τι μου ξημερώνει». Καταχειροκροτήθηκα.

Θ.Θ.: Σε κάποια από τις αναρτήσεις σου στο Facebook - μετά το πέρας των αγώνων - δίνεις την εντύπωση ότι νιώθεις πια δικαιωμένος. Όμως , εναντιώνεσαι στα εμπόδια που, εν τέλει, κατάφερες να ξεπεράσεις. Γιατί ξεσπάς;

Ζ.Μ.: Πριν μπω φαντάρος, συνέβη κάτι άσχημο: με κρέμασε με πολύ άσχημο τρόπο ένας άνθρωπος τον οποίο εμπιστεύτηκα με τα μάτια κλειστά. Με χώρισε η κοπέλα μου, χωρίς να μου αποκαλύψει τον αληθινό λόγο. Κάτι μου ‘πε, μα δεν ήταν η αλήθεια. Μ’ έκανε να αισθανθώ πολύ δεύτερος. Κι ήρθε η στιγμή που έκανα τον απολογισμό: μπαίνω στο στρατό, χάνω τις δουλειές μου, απολύομαι από τα γυμναστήρια που δουλεύω επειδή αρνούνται να μου κολλήσουν ένσημα, το παλεύω μόνος μου, κάνω τα personal, βγαίνω για ψώνια, τρέχω για τα συμπληρώματα, γυρίζω σπίτι, καταπιάνομαι με τη μαγειρική, πέφτω αργά για ύπνο, για να σηκωθώ το επόμενο πρωί στις πέντε και μισή το ξημέρωμα. Οπότε, έκανα πάλι μια σύσκεψη με τον εαυτό μου και είπα ότι, για να μην καταλήξω στα ψυχοφάρμακα, θα θέσω ένα στόχο και δειλά - δειλά θα προσπαθήσω να τον πετύχω. Αυτός ο στόχος ήταν οι αγώνες. Πια, καταλαβαίνεις στο 100% για ποιο λόγο δεν κατάφερε - δεν επέτρεψα! - να μ’ εμποδίσει ένα ατύχημα να πραγματοποιήσω το στόχο μου. Πλέον, ό,τι συνέβη δεν έχει καμία σημασία, γιατί τελικά λειτούργησε υπέρ μου.

Θ.Θ.: Όταν αποκαλύπτεις στους γονείς σου ότι κατέκτησες την 3η θέση στους πανελλήνιους αγώνες bodybuilding της Wabba, πώς αντέδρασαν;

Ζ.Μ.: Τελείωσε ο διαγωνισμός, πήρα στο κινητό τη μάνα μου, η οποία με έψαχνε όλο το πρωί και αντί «Καλημέρας» τής είπα: «Βγήκα 3ος σε όλη την Ελλάδα!» Δεν ήξερε από πού της ήρθε.

Θ.Θ.: Αν δεν είχες το ατύχημα, πιστεύεις ότι θα έβγαινες πρώτος;

Ζ.Μ.: Ναι, νομίζω. Σίγουρα θα είχα δουλέψει καλύτερα με το σώμα μου. Θα είχα πλασαριστεί, νομίζω, καλύτερα.

Θ.Θ.: Τι σου δίδαξε αυτή η ιστορία;

Ζ.Μ.: Ότι στη ζωή, τελικά, μόνο οι τρελοί, οι μπροστάρηδες κι εκείνοι που έχουν άγνοια κινδύνου επιβιώνουν. Η λογική σού χτυπάει την πόρτα πολλές φορές. Σου λέει μόνο σωστά και λογικά λόγια, ναι. Στην ψυχή, όμως, κάθε ανθρώπου σιγοκαίει μια μικρή φλόγα. Καθένας για τους δικούς του λόγους, αν θελήσει - εν όψει κάποιας δυσκολίας ή προβλήματος - να ρίξει λίγο πετρέλαιο και να την κάνει ολόκληρη πυρκαγιά, νομίζω ότι αξίζει να το κάνει. Είμαι βέβαιος ότι θα βγεις καλύτερος άνθρωπος.

Θ.Θ.: Μετά το γεγονός με την πρώην κοπέλα σου, πόσο δύσκολο σου είναι να εμπιστευτείς κάποια γυναίκα;

Ζ.Μ.: Τρομερά δύσκολο. Κοίτα, δεν είμαι από τους άντρες που τη πρώτη νύχτα θα πάνε με τη μία και τη δεύτερη με την άλλη. Στα 27 μου χρόνια θεωρώ ότι είναι πολύ άσχημο ν’ αναλώνεσαι σε τέτοιες διαδικασίες. Είναι χαμένος χρόνος. Διάβασα τις προάλλες ένα ποίημα, το «Νέοι της Σιδώνος», του Κωνσταντίνου Καβάφη. Είναι ένα ποίημα το οποίο πραγματεύεται την κατάντια της νιότης. Μία παρέα νέων παιδιών, δροσερά, που κρύβουν μέσα τους όλη τη δύναμη της νιότης, μα ουσιαστικά έχουν γεράσει, έχουνε πεθάνει πρόωρα. Οι πιο πολλές κοπέλες που γνωρίζω, φοβούνται μην πληγωθούν. Αυτές έχουνε πάψει να μ’ ενδιαφέρουν. Ένας άνθρωπος που φοβάται να ερωτευτεί, να φάει τα μούτρα του, να ζήσει τα καλά και τα κακά σε μια σχέση, θεωρώ ότι είναι νεκρός. Εγώ δεν μπορώ να συναναστραφώ νεκρούς ανθρώπους, λυπάμαι. Είμαι ζωντανός.

Θ.Θ.: Πες μου για την επόμενη γυναίκα που θα σε σαγηνεύσει…

Ζ.Μ.: Η επόμενη γυναίκα που θα μπει στη ζωή μου, θα γίνει κι επίσημα γυναίκα μου. Αξία σε ανθρώπους που δεν κρύβουνε μέσα τους αποθέματα αγάπης, άρα δεν έχουνε να σου δώσουν ουσιαστικά τίποτα, δεν πρόκειται να δώσω ξανά. Προσωπικά, έχω μέσα μου πολλή στοργή και μου αρέσει να τη χαρίζω. Αλλά την κρατώ για τη γυναίκα που, όπως είπες, θα με σαγηνεύσει. Για τη γυναίκα που θα ‘ναι αληθινά δίπλα μου.

Θ.Θ.: Όταν απολυθείς, τι θα κάνεις;

Ζ.Μ.: Θα κοιτάξω τα επαγγελματικά μου. Θα επιδιώξω να έχω ένα σταθερό εισόδημα για να μπορέσω να καλύψω τις τρύπες που μου έχει δημιουργήσει ο στρατός.


Θ.Θ.: Πώς φαντάζεσαι ότι θα είσαι σε 10 χρόνια από σήμερα;

Ζ.Μ.: Θέλω να κάνω οικογένεια. Είναι η μεγαλύτερη ευτυχία. Θέλω να ‘μαι οικονομικά ανεξάρτητος και να ‘μαι καταξιωμένος στη δουλειά μου.




Συνέντευξη στο Θοδωρή Θεοχαρίδη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου