Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

"ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΑΝΙΣΤΑ - ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ"


«Νιώθω ευλογημένος για τον τρόπο με τον οποίο μου έχουν έρθει τα επαγγελματικά μου ως τώρα. Αν συνεχίσω έτσι, φαντάζομαι ότι θα φτάσω σε κάποιο επίπεδο στο οποίο θα ζω πια από τη μουσική μου, θα με ξέρει μια γενναία μερίδα ανθρώπων και θα το κάνω για το υπόλοιπο της ζωής μου», θα μου εξομολογηθεί ο Αντώνης Παπακωνσταντίνου, πίνοντας βιαστικές τζούρες από τον καφέ του και καπνίζοντας από τα στριφτά του. Ο Αντώνης είναι πιανίστας. Σπουδαίος μουσικός. Άξιος προσοχής. Σημαντικός άνθρωπος. Εξαίρετος νέος. Στην ανατολή της καριέρας του μου χάρισε από τον πολύτιμο χρόνο του για να μου μιλήσει σχετικά με τη πρώτη, επίσημη δουλειά του, μια συνεργασία με τον Αργύρη Αγγέλου και την Πέγκυ Σταθακοπούλου, στην παράσταση του Νίκου Καραγεώργου με τίτλο «Vincent Rivers», στην οποία χάρισε τις ταξιδιάρες νότες του. Ο επάξιος πιανίστας μεταβαίνει 18 χρόνια πίσω, ενθυμούμενος την απαρχή του ταξιδιού του στον κόσμο της μουσικής, όταν πειραματιζόταν ακόμη, ως μικρό παιδί, με τα πλήκτρα του πιάνου της γιαγιάς του στο σαλόνι της. Μου αποκαλύπτει τι του γράφουνε στα προσωπικά mails που του στέλνουνε η Μισέλ Μακλάφιν, ο Ρομπέρτο Κατσιαπάγλια και ο Φαζέλ Σάι, πολυβραβευμένοι, θαυμαστοί, ικανότατοι μουσικοί από το εξωτερικό. Κουβεντιάζουμε για τα υπέρ και τα κατά του χώρου του. Μαντεύει για ποιο λόγο ένας καλλιτέχνης επιλέγει ορισμένες φορές να ζήσει μόνος του. Ξεκαθαρίζει ότι δεν τον τρομάζουν οι  συνθήκες ζωής της κρίσης, ενώ φαντάζεται τη ζωή του σε 20 χρόνια από σήμερα. Αισιόδοξος, με πίστη στην καλή έκβαση των πραγμάτων, χαρισματικός, με έμφυτη εξαιρετική ικανότητα στην αντίληψη για τη ζωή, προικισμένος με παιδεία και μόρφωση. 


Είναι ο Αντώνης Παπακωνσταντίνου!


Θ.Θ.: Πρώτη επίσημη συνεργασία. Αργύρης Αγγέλου - Πέγκυ Σταθακοπούλου, στο θεατρικό έργο «Vincent Rivers», στο οποίο χαρίζεις τη μουσική σου. Πώς προκύπτει αυτή η δουλειά;

Α.Π.: Ανοίγω κάποιο πρωί τα e-mails μου και βλέπω ένα μήνυμα από τον Αργύρη - τον οποίο ήξερα, ας πούμε λίγο πιο προσωπικά, μόνο μέσα από το Instagram - όπου μου γράφει: «Έχω μία τρελή ιδέα! Θέλεις να γράψεις μουσική για ένα έργο που θέλω ν’ ανεβάσω;» Μου στέλνει το σενάριο. Το διαβάζω απευθείας και του απαντώ θετικά χωρίς δεύτερη σκέψη. Συναντηθήκαμε λίγο πριν φύγω για το Λονδίνο - για κάποια σεμινάρια μουσικής - ενώ η επαφή μας περιορίζεται στο τηλέφωνο και στο Skype. Εφόσον, λοιπόν, είμαι στο Λονδίνο, βρίσκω την ευκαιρία να επισκεφθώ την ανατολική  του πλευρά, όπου διαδραματίζεται το έργο, για να γυρίσω στην Ελλάδα και να γνωρίσω, επιτέλους, από κοντά το σκηνοθέτη, το Νίκο Καραγεώργο και ν' αρχίσουμε να δουλεύουμε πια όλοι μαζί. Βλέπω μερικές σκηνές επάνω στο σανίδι, γράφω τη μουσική τους, έχω την καθοδήγηση του Νίκου, του Αργύρη και της Πέγκυ και παράγεται στο τέλος ένα αποτέλεσμα, ιδιαίτερα ικανοποιητικό για όλους μας. Οπότε, ανοίγουμε τα πανιά μας και σαλπάρουμε.


Θ.Θ.: Ειν’ η πρώτη σου δουλειά, είσαι αγχωμένος;

Α.Π.: Πολύ. Ήμουν, όμως, τυχερός. Ο Νίκος με καθοδήγησε όπως έπρεπε. Με ξεκλείδωσε. Μ’ έβαλε να δω ταινίες του συγγραφέα του έργου στον κινηματογράφο, με βοήθησε να καταλάβω το στυλ, να μπω στο συναίσθημα, περάσαμε ώρες στο τηλέφωνο, εξηγώντας μου τι μπορεί να έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας, τι οι ήρωες κι απαντώντας με σοβαρότητα και ειλικρίνεια στις απορίες και τις ερωτήσεις μου. Έγινε λεπτομερής και προσεγμένη δουλειά. 

Θ.Θ.: Πόσα κομμάτια συνθέτεις για το έργο;

Α.Π.: 30.

Θ.Θ.: Στην παράσταση επιλέγονται ν’ ακουστούν;

Α.Π.: Τα 4.


Θ.Θ.: Αντώνη, τι συμβαίνει στο μυαλού ενός 8χρονου πιτσιρικά, ο οποίος αποφασίζει να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι στον κόσμο της μουσικής;

Α.Π.: Δεν ήτανε δική μου απόφαση. Η γιαγιά μου, η οποία εργάστηκε ως καθηγήτρια μουσικής, ήταν η πρώτη που παρατήρησε ότι κοιτάζω λίγο περισσότερο από τον αδερφό μου το πιάνο που είχε στο σαλόνι της. Περνούσα, ας πούμε, από μπροστά και πατούσα τα πλήκτρα. Κάποια μέρα συμβούλεψε τους γονείς μου να ξεκινήσω μαθήματα πιάνου. Κι έτσι, έγινε η αρχή.

Θ.Θ.: Μάλιστα. Κάθεσαι μια ωραία μέρα στο πιάνο σου, η κάμερα από το πλάι σε καταγράφει και παίζεις τον «Κεμάλ». Εκτέλεση πολύ καλή, αφού σύντομα αποφασίζεται από τους υπεύθυνους του site του Χατζιδάκι ν’ ανέβει στη σελίδα. Το ίδιο συμβαίνει με κομμάτι της Χαρούλας Αλεξίου, του Θέμη Καραμουρατίδη, ενώ άλλες δημιουργίες σου ακούγονται στον Menta fm και στον Ερωτικό. Το περίμενες;

Α.Π.: Για κανένα λόγο. Εδώ δεν περίμενα την απήχηση που είχε το πρώτο video που ανέβασα στο YouTube, για το οποίο ευθύνεται η κοπέλα μου, η οποία μου λέει μια μέρα: «Παίζεις πιάνο τόσο καλά και δεν το ξέρει κανένας!» Ήταν μια άσκηση, θυμάμαι, το πρώτο μου βιντεάκι. Στην αρχή, λοιπόν, το έκανα για τους ανθρώπους μου, για τους φίλους μου, για μένα. Από τότε, όμως, που κάποιοι ξένοι έδειξαν έντονα το ενδιαφέρον τους για τη δουλειά μου, τότε άρχισε να παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις το θέμα. Οι Έλληνες γουστάρανε πιο πολύ τη φάση «Α, αυτός είναι Έλληνας!»

Θ.Θ.: Σε ενόχλησε αυτό;

Α.Π.: Καθόλου, αν είναι δυνατόν! Αν οι Έλληνες χαίρονται επειδή κάποιος συμπατριώτης τους αναγνωρίζεται στο εξωτερικό, η χαρά μου είναι μεγάλη. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε. Στην Ελλάδα, οι άνθρωποι που ακούν ορχηστρική ή κλασσική μουσική και πιάνο, δεν τόσοι όσοι είναι έξω. Κι όταν λέω έξω, αναφέρομαι σε 30 περίπου χώρες. 

Θ.Θ.: Αυτοί, λοιπόν, από το εξωτερικό που μπήκανε, σε άκουσαν και τους άρεσες ιδιαίτερα είναι σπουδαίοι μουσικοί. Ποιοι είναι; Τι σου γράφουν;

Α.Π.: Η Michele McLaughlin, πολυβραβευμένη μουσικός στην ορχηστρική μουσική, με ευχαριστεί επειδή είμαι ο μόνος  Έλληνας που παίζει κομμάτια της και την κάνω έτσι γνωστή και στην Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά η ίδια μου γράφει. Συγκεκριμένα, με είχε δει στους «Παίδες», του Alpha, όπου έπαιξα κάτι δικό της και είχε χαρεί, θυμάμαι, πολύ. Κάποτε, είχα στείλει ένα e-mail στον Ρομπέρτο Κατσιαπάγλια με δικές μου εκτελέσεις, ο οποίος επίσης μου απάντησε με πολύ θετικά σχόλια. Και τέλος, κάτι που δεν το περίμενα με τίποτα, ο Τούρκος πιανίστας και συνθέτης Φαζέλ Σάι μού έκανε ένα like σε κάποιο από τα video μου, του έστειλα μήνυμα για να τον ευχαριστήσω που μπήκε να με ακούσει κι εκείνος με συνεχάρη εγκάρδια. Ήταν μεγάλη τιμή που πήρα «συγχαρητήρια» απ’ αυτόν τον άνθρωπο. Τον θαυμάζω πολύ.

Θ.Θ.: Ο κόσμος τι σου γράφει, Αντώνη;

Α.Π.: Οι περισσότεροι με συγχαίρουν, μου υπόσχονται ότι θα με ακολουθούν και θα με στηρίζουν. Πολλοί μου γράφουν ότι τους εμπνέω, ότι τους δίνει δύναμη το γεγονός πως ένας νέος άνθρωπος ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και δεν το βάζει κάτω. Έρχονται μηνύματα στα οποία μου εξομολογούνται κάποιοι πως έχουνε παρατήσει το πιάνο κι εξαιτίας μου το ξεκίνησαν και πάλι. Ουσιαστικά, σχεδόν όλοι υπογραμμίζουν και τονίζουν πόσο κουράγιο τους δίνω. Κι είναι υπέροχο, αν αναλογιστούν κι εκείνοι πως όση δύναμη τους δίνω, άλλη τόση παίρνω κι εγώ απ’ αυτούς.

Θ.Θ.: Αρνητικά σχόλια έχεις λάβει;

Α.Π.: Ναι, δύο φορές, στο YouTube. Μου γράφει - ο ίδιος τύπος και τις δύο φορές - ότι είμαι η απόλυτη ξεφτίλα, η ντροπή της μουσικής και με συμβουλεύει να σταματήσω να παίζω, διότι ντροπιάζω όλους τους μουσικούς. Λοιπόν, επίτρεψέ μου να σου πω το εξής: δεν είναι ότι δε δέχομαι τα αρνητικά σχόλια κάποιου, φυσικά και είναι ευπρόσδεκτα, αλλά γνωρίζω ότι δεν είμαι η ντροπή της μουσικής. Το ξέρω ότι δεν είμαι ο καλύτερος, αλλά σίγουρα δεν ντροπιάζω τη μουσική.

Θ.Θ.: Επέλεξες να μην απαντήσεις;

Α.Π.: Ναι, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Θ.Θ.: Αντώνη, γιατί στην Ελλάδα δεν είμαστε φίλοι της κλασσικής μουσικής;

Α.Π.: Νομίζω επειδή οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες είναι της διασκέδασης παρά της ψυχαγωγίας. Να βγω έξω, να τα πιω, να τα σπάσω. Το καταλαβαίνω, βέβαια, γιατί πια είναι πολύ πιεσμένοι και θέλουν να βρεθούν για πέντε ώρες και να ξεδώσουν.

Θ.Θ.: Αυτό που λέμε «ποιοτικό» και «μη ποιοτικό», μπορείς να μου το εξηγήσεις;

Α.Π.: Αυτό με τις ταμπέλες, Θοδωρή, το βρίσκω μεγάλη βλακεία. Ειδικά, όταν ακούω τη λέξη «εμπορικό». Παράδειγμα, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι πιο εμπορικό από την Μποφίλιου. Αυτό τι σημαίνει; Ότι δεν είναι ποιοτική η μουσική της; Η γυναίκα έχει τη φωνάρα του αιώνα και τα τραγούδια της είναι υπέροχα. Απλά στην Ελλάδα, οι δήθεν κουλτουριάρηδες, το θεωρούν κακό να πουλάει κάτι. Στη χώρα μας, επίσης, υπάρχει μιαν ανάγκη να το παίζουμε ποιοτικοί.

Θ.Θ.: Πες μου για τα δικά σου ακούσματα.

Α.Π.: Έχω περάσει απ’ όλα τα στάδια. Όταν ήμουνα μικρός, εξαιτίας του αδερφού μου, άκουγα hip hop. Μετά, ήρθε η metal. Ύστερα, η pop. Πέρασε κι η φάση των ελληνικών. Αυτή τη στιγμή ακούω πιο πολύ ορχηστρικά, Αλεξίου, Μποφίλιου, Ζουγανέλη, Γαλάνη, μπλα, μπλα, μπλα… Αλλά θ’ ακούσω και την Πάολα. Μ’ αρέσει. Για να εμπνευστώ, θ’ ακούσω κυρίως ορχηστρική μουσική. Επίσης, θαυμάζω πολύ την Ελένη Καραΐνδρου και την Ευανθία Ρεμπούτσικα, τις θεωρώ απίστευτα ταλέντα.

Θ.Θ.: Τι μισείς στο χώρο σου;

Α.Π.: Δεν αντέχω τη νοοτροπία των περισσότερων σχετικά με τα κονέ και τα λεφτά. Ειδικά με τα λεφτά. Τι εννοώ. Υποτίθεται - τουλάχιστον έτσι λειτουργούν τα πράγματα έξω, χωρίς να θέλω να πω ότι έξω είναι ο παράδεισος - πως η δισκογραφική επενδύει σ’ ένα νέο καλλιτέχνη κι όχι ο καλλιτέχνης στη δισκογραφική. Λέγεσαι νέος καλλιτέχνης, άρα προφανώς δεν έχεις ιδιαίτερες οικονομικές δυνατότητες για να μπορέσεις να στηρίξεις τον εαυτό σου. Επομένως, ποιος περιμένεις να το κάνει για σένα; Η δισκογραφική. Κι όχι να δίνεις εσύ λεφτά στη δισκογραφική. Μ’ ενοχλεί ο τρόπος που κινείται το χρήμα στο χώρο μου.

Θ.Θ.: Αν τα πράγματα ζορίσουνε παραπάνω, θα έφευγες στο εξωτερικό;

Α.Π.: Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω μόνιμα έξω. Το τρίμηνο, όμως, ταξίδι μου στο Λονδίνο το λάτρεψα. Το ιδανικό θα ήτανε να μπορώ να πηγαίνω και να έρχομαι. Ν’ ανοίξω, για παράδειγμα, μια συνεργασία με το Λονδίνο, αλλά να μπορώ να επιστρέφω στην πατρίδα μου όποτε θέλω.  

Θ.Θ.: Περίγραψέ μου μια τυπική, καθημερινή σου μέρα.

Α.Π.: Αρχικά, ξυπνώ πρωί, μου αρέσει το πρωινό ξύπνημα. Έχω τα μαθήματα με τη δασκάλα μου και τα ιδιαίτερα μαθήματα που κάνω εγώ σε άλλους. Όλη η υπόλοιπη μέρα περνά με τον Αντώνη πάνω από ένα πιάνο, είτε διαβάζοντας για το πτυχίο μου, είτε γράφοντας μουσική. Θα καθίσω μετά στο Facebook, θα μιλήσω σ’ επαγγελματικό επίπεδο με διάφορους ανθρώπους ή θα χαριεντιστώ λιγάκι με φίλους και γνωστούς. Έπειτα, γυρίζω πάλι στο πιάνο, ενώ αν προκύψει καλή παρεούλα, ίσως πάω για έναν καφέ ή για ένα ποτάκι. Το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μου, πάντως, το περνώ στο πιάνο μου, ή στο lap top μου, διορθώνοντας τη μουσική που έχω γράψει.

Θ.Θ.: Όταν σταματάς να παίζεις, είναι επειδή βαρέθηκες ή επειδή κουράστηκες;

Α.Π.: Επειδή δεν αντέχω άλλο να παίζω! Πεθαίνω επάνω στο πιάνο. Τραγωδία κανονική. Παίζω μέχρι να πονέσουν τα χέρια μου και το κεφάλι μου, μέχρι να κολλήσει ο νους μου και να ‘ναι πια αδύνατο να γράψω κάτι άλλο - κι από το να σπάσω το πιάνο πάνω στα νεύρα μου, προτιμώ να σταματήσω. Αυτό συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα.

Θ.Θ.: Τι έχει αλλάξει στον Αντώνη - δημιουργό και στον Αντώνη - άνθρωπο από τότε που ξεκίνησε να κάνει μουσική;

Α.Π.: Ως δημιουργός, έχω αλλάξει αρκετά. Έχοντας συνεργαστεί με πολλούς ανθρώπους κι έχοντας αποκτήσει κάποιες εμπειρίες, μπορώ πια με βεβαιότητα να πω ότι γράφω μουσική. Παλαιότερα, έγραφα απλά νότες. Έχω καταφέρει ν’ αποτυπώνω πλέον τη μουσική που μου ζητάται, ενώ παλιότερα έγραφα συγκεκριμένη μουσική - κι αυτό δεν άλλαζε εύκολα. Βέβαια, έχω δρόμο μπροστά μου για να εξελιχθώ περισσότερο. Κοντολογίς, με την πάροδο του χρόνου, νιώθω ολοένα και πιο σίγουρος. Ως άνθρωπος, έχω καταλάβει - τρόπον τινά - πως δε μ’ ενδιαφέρει τίποτ’ άλλο πέρα από τη μουσική. Δε συζητώ για την οικογένεια, τους φίλους και την κοπέλα μου. Αλλά η μουσική με γεμίζει τόσο πολύ, που δεν υπάρχει χώρος για κάτι άλλο.

Θ.Θ.: Αν ζούσες σε παλαιότερες εποχές, σε ποιες φωνές θα χάριζες τη μουσική σου;

Α.Π.: Έχω μεγάλο έρωτα με τη φωνή της Αρίθα Φράνκλιν, Αμερικανίδα τραγουδίστρια, γεννημένη το 1942, συνθέτρια και πιανίστρια. Σήμερα είναι 73 ετών. Μιαν άλλη καλλιτέχνιδα, η οποία όμως δεν έρχεται από αλλοτινή εποχή, αλλά θα ‘θελα να της γράψω μουσική, είναι η Τζέσι Τζέι. Η φωνή της είναι εξωπραγματική. Θεωρώ ότι είναι, αν όχι η ωραιότερη φωνή εν ζωή, μία από τις πιο ξεχωριστές και ιδιαίτερες. Στην Ελλάδα, σαφώς κι έχουμε πολύ καλές φωνές, αλλά η αγάπη μου για τις ελληνικές, γυναικείες φωνές είναι λιγάκι ιδιαίτερη. Θα σου πω τα τετριμμένα, γι' αυτό δε θα ονοματίσω. Οι πιο πολλές εννοούνται. 

Θ.Θ.: Θα θυσίαζες τη ζωή σου για τη μουσική;

Α.Π.: Μια φορά κι έναν καιρό, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τη δασκάλα της μουσικής μου. Συζητούσαμε ότι η μουσική μπορεί να σε γεμίσει τόσο πολύ, αλλά από την άλλη να σε αποκόψει από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς να το καταλάβεις, να ξημερώσει μια μέρα και να πεις: «Ωχ… Δεν έχω κανέναν άνθρωπο στη ζωή μου. Τι μου συνέβη;» Δε θα θυσίαζα για κανένα λόγο τη ζωή μου για τη μουσική. Διάβασα προχτές, ας πούμε, ότι η αγαπημένη μου πιανίστρια διαβάζει 16 ώρες την ημέρα. Αυτό, για παράδειγμα, δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω. Προσπαθώ να ζω με μέτρο.




Θ.Θ.: Για ποιο λόγο, όμως, ένας καλλιτέχνης, πολλές φορές, αποφασίζει να ζήσει μοναχός του;

Α.Π.: Κοίταξε, ένας καλλιτέχνης πρέπει να έχει κοντά του ανθρώπους που τον καταλαβαίνουν. Είναι δύσκολο κάποιος άνθρωπος, που δεν έχει σχέση με την τέχνη, να καταλάβει ότι εγώ, ας πούμε, θα καθίσω 12 ώρες στο πιάνο, δε θα παράξω απολύτως τίποτα, για ένα χρόνο δε θα έχω λεφτά, αλλά θα δουλεύω κανονικότατα. Επίσης, πολλοί δε θεωρούν δουλειά το να παίζεις πιάνο. Συχνά, υπάρχει έλλειψη κατανόησης. Άρα, κάποιοι επιλέγουν να μείνουν μόνοι τους. Αυτό δε θα το άντεχα με τίποτα. Θέλω και να ξεσπάσω, θέλω και να μιλήσω, θέλω και να ξεχαστώ. Δεν είναι υγιές να ζεις μόνος.

Θ.Θ.: Σε τρομάζουν οι συνθήκες ζωής;

Α.Π.: Είμαι ένας πάρα πολύ θετικός άνθρωπος. Δε μιζεριάζω ποτέ. Είμαι, επίσης, πολύ τυχερός που έχω την ψυχολογική και οικονομική στήριξη των γονιών μου. Αναγνωρίζω, δηλαδή, ότι υπάρχουν πιο ταλαντούχα παιδιά από μένα, αλλά λόγω οικονομικής ανεπάρκειας αναγκάζονται ν’ αφήσουν τη μουσική. Άρα, το εκτιμώ αυτό που μου συμβαίνει. Με τρομάζουν οι συνθήκες ζωής σήμερα, αλλά για κανένα λόγο δε με ρίχνουν. Δουλεύω, όπως προείπα, ως καθηγητής για να βγάζω τα χρήματά μου. Έχω δουλέψει ως σερβιτόρος και ως barman. Όταν, λοιπόν, οι συνθήκες δεν είναι οι τέλειες, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις, καν’ το. Συνήθως, αν όχι πάντα, δεν είναι τέλειες. Άρα, κανένας δεν έχει δικαιολογίες. 

Θ.Θ.: Τι δε θα έκανες μουσικά στη χώρα μας;

Α.Π.: Δε θα έπαιζα ποτέ στα μπουζούκια. Δε θα άντεχα ούτε το ωράριο, ούτε ν’ ακούω επί τόσες ώρες αυτή τη μουσική μες στην κάπνα.

Θ.Θ.: Αν είχες ανάγκη;

Α.Π.: Σαφώς θα το 'κανα. Αλλά θα ήταν από τις τελευταίες μου επιλογές. Θα προτιμούσα, δηλαδή, να παίζω σε μουσικές σκηνές, στηρίζοντας με λιγότερα λεφτά τον εαυτό μου. Εν τέλει, βέβαια, χώρος μουσικής είναι και τα μπουζούκια, απλά λίγο διαφορετικός.

Θ.Θ.: Οι γονείς σου τι γνώμη έχουνε για τη δουλειά σου; Συμφωνούν, διαφωνούν ή βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα;

Α.Π.: Τους πήρε καιρό να καταλάβουν ότι δε θα ‘χω ένα μηνιαίο μισθό, ή ότι για καιρό θα ‘μαι χωρίς δουλειά, ή ότι τη μία δε θα παίρνω φράγκο και την άλλη θα τα παίρνω μαζεμένα. Όπως όλοι οι Έλληνες γονείς ανησυχούν για τα παιδιά τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ανησυχούν κι οι δικοί μου. Αλλά, επειδή οι γονείς μου με ακούνε πολύ, τους ενδιαφέρει τι έχω να πω, δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα. Με στηρίζουν όσο μπορούνε. Τώρα δε, που ήρθε η πρώτη επαγγελματική δουλειά και συνεργασία, συνειδητοποιούν ότι μπορώ, τελικά, να δώσω κάτι.

Θ.Θ.: Υπάρχει κάποια κορυφαία προσωπικότητα της μουσικής, εν ζωή ή όχι, με την οποία θα ήθελες να συνεργαστείς;

Α.Π.: Με τον Μπαχ και τον Λιστ.

Θ.Θ.: Γιατί με αυτούς τους δύο;

Α.Π.: Ο Μπαχ ήταν η μεγαλύτερη διάνοια της μουσικής, θεωρείται ο «πατέρας της σύνθεσης» και ένα κομμάτι του μπορεί να συμπεριλαμβάνει τα άπαντα περί μουσικής. Ο Λιστ έχει γράψει τις πιο συγκλονιστικές μελωδίες που υπάρχουν. Είναι υπέροχος, ενώ θα 'λεγα ότι με γοητεύει που είναι  πολύ δύσκολος.

Θ.Θ.: Πώς ΦΑΝΤΑΖΕΣΑΙ ότι θα έχεις εξελιχθεί σα μουσικός στα 40 σου χρόνια;

Α.Π.: Λοιπόν, εκτός από το γεγονός ότι έχω προσπαθήσει πολύ για ό,τι έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, ξέρω ότι είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος. Νιώθω ευλογημένος για τον τρόπο με τον οποίο μου έχουν έρθει τα επαγγελματικά μου ως τώρα. Αν συνεχίσω έτσι, φαντάζομαι ότι θα φτάσω σε κάποιο επίπεδο στο οποίο πια θα ζω από τη μουσική μου, θα με ξέρει μια γενναία μερίδα ανθρώπων και θα αυτό θα κάνω για το υπόλοιπο της ζωής μου.

Θ.Θ.: Και πώς ΘΑ ΗΘΕΛΕΣ να έχεις εξελιχθεί σα μουσικός στα 40 σου χρόνια;

Α.Π.: Θα ‘θελα να είμαι σαν τον Τζέιμς Χόρνερ ή τον Φίλιπ Γκλας. Να ηχογραφώ τα CD μου, ενώ παράλληλα να ντύνω ταινίες με ορχηστρικά soundtracks. Θα ήταν το ιδανικό. 



Το ραντεβού μας δόθηκε την περασμένη εβδομάδα, στην πλατεία Αμαρουσίου, λίγο μετά τις τέσσερις το μεσημέρι. Παρά την επίμονη ζέστη, το συχνό πήγαιν' έλα του ηλεκτρικού πάνω από το καφέ που επιλέξαμε να καθίσουμε, την οχλαγωγία και το συνωστισμό, δηλώνω με βεβαιότητα πως η συνάντησή μου με τον Αντώνη ήταν δημιουργικά ευχάριστη. Ίσως επειδή όταν έχεις απέναντί σου τον Αντώνη Παπακωνσταντίνου, δε σε νοιάζει απολύτως τίποτ' άλλο!

Συνέντευξη στο Θοδωρή Θεοχαρίδη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου