Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

"Συνεντευξη με τη συγγραφεα Σωτηρια Περβανα"


Όταν η Φύση ένωσε ένα οξύ, ζωηρό πνεύμα με μιαν απαράμιλλη, αγνή ομορφιά γεννήθηκε μια απίθανη και αριστουργηματική γυναικεία φιγούρα, εξαίρετης ποιότητας. Μια γυναίκα πλασμένη για να μετουσιώνει Θεούς σε Δαίμονες και Δαίμονες σε Θεούς. Στη λογοτεχνία. Ο λόγος για τη συγγραφέα Σωτηρία Περβανά, της οποίας η σκούφια κρατά από τη Μαρώνεια Κομοτηνής, «έναν τόπο προικισμένο, που της έμαθε να αφουγκράζεται τους ψιθύρους του δάσους και να εμπνέεται από τη φυσική ομορφιά», όπως η ίδια παραδέχεται. Πριν από περίπου δύο χρόνια μάς χάρισε το πρώτο της «πνευματικό παιδί» με τίτλο «Άργησες Μόνο Μια Ζωή», που πραγματευόταν με αξιοπρεπή γραφή, ζωηρότητα και πάθος έναν παράνομο έρωτα, μία ολέθρια σχέση. Φέτος, μας οδηγεί «Στην Άκρη του Νήματος», ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγεται ως κινηματογραφική ταινία μπρος στα μάτια του αναγνώστη, παρέα με δυο γυναίκες βασανισμένες και χτυπημένες βαθιά από τα σκάγια της μοίρας, την Ιζαμπέλ και τη Ζυράννα. Η Σωτηρία είναι μια γυναίκα που μοιάζει ανεξάρτητη, ελεύθερη, αδέσμευτη. Πρόκειται για μια αυτοδύναμη παρουσία, που όμως θέλει και παίρνει δύναμη και κουράγιο από δύο όμορφα παιδάκια, δώρο ενός καταπληκτικού συζύγου και πρώην ποδοσφαιριστή. 


Θ.Θ.: Στο βιβλίο, κυρία Περβανά, πρωταγωνιστούν τρεις ηρωίδες: η Ιζαμπέλ, η Ζυράννα και η Φαίδρα. Θα ήθελα να μας τις συστήσετε.

Σ.Π.: Ιζαμπέλ, ένα πλάσμα γεννημένο στα σκοτάδια, εγκαταλειμμένο από την ίδια του τη μάνα, όπως επιλέχτηκε να γραφτεί και στο οπισθόφυλλο. Παρόλ’ αυτά, προικισμένο και αγνό, που επέμενε πεισματικά να διαπερνά το σκότος και να το μετουσιώνει σε φως. Ζυράννα, μια γυναίκα που η μοίρα - με ό,τι συνεπάγεται αυτή η μικρή λέξη μεγίστης σημασίας, εσωκλείοντας στην ερμηνεία της και λανθάνουσες επιλογές - αποφάσισε να εγκαταλείψει ένα «θείο βρέφος», ακολουθώντας μια πορεία ακραία. Τιμωρός του εαυτού της, καταδικάζεται σε έναν εκούσιο εγκλεισμό, σε μια σιωπηλή μοναξιά, σε μια προσπάθεια απολησμόνησης τους πρότερου βίου της. Φαίδρα, μια γυναίκα που δεν την διεκδίκησε ο έρωτας, παρέμεινε απόρθητη, αλεηλάτητη, παραδομένη σε μια ζωή ανοργασμική και άνυδρη συναισθημάτων, ώσπου μετουσιώθηκε σε ερείπιο, σκεύασμα ασκητικό, μοναχικό. Αποκόπηκε οριστικά από το παρελθόν της, αποχαιρετώντας τον άνθρωπο που κατοικούσε εντός της, αποφασισμένη να ζήσει μέσα σε ένα πέτρινο σπηλαιώδη κέλυφος δομημένο από μίσος.

Θ.Θ.: Αν κάποια μέρα τις συναντούσατε, τι θα τις λέγατε;

Σ.Π.: Έχω συναναστραφεί με αυτές τις γυναίκες, όσο «κατέγραφα» το βίο τους, έχω μιλήσει ακατάπαυστα μαζί τους, τις έχω μισήσει, αγαπήσει και τέλος κατάφερα να τις συγχωρήσω για κάθε μύχια σκέψη και κάθε αποτρόπαια πράξη τους. Δεν νιώθω ότι θα ήθελα να πω κάτι πέραν των όσων έχουμε ήδη πει…

Θ.Θ.: Ποια από τις τρεις αγαπάτε και ποια μισείτε περισσότερο;

Σ.Π.: Η καθεμιά είχε λόγους να με πείσει να την αγαπήσω να την μισήσω και εν τέλει να την κατανοήσω σε βάθος, δεν ξεχωρίζω καμιά, επομένως.

Θ.Θ.: Και οι τρεις, πάντως, έχουν μια ζωή πολύ τραχιά και πολύ δύσκολη. Ποια από τις τρεις πιστεύετε ότι πόνεσε περισσότερο και γιατί;

Σ.Π.: Δεν εστιάζω στον πόνο ποσοτικά. Η συνείδησή τους ήταν φτιαγμένη και δομημένη διαφορετικά, έτσι ώστε  η κάθε μια τον εισέπραξε, τον βίωσε,  τον επεξήγησε και τον έπλασε σε κάτι άλλο. Η Ζυράννα μετουσίωσε την πληγή της σε φυγή, η Ιζαμπέλ σε διαστροφή, η Φαίδρα σε εκδίκηση.

Θ.Θ.: Κάποια στιγμή το άσχημο - άλλα όχι λησμονηθέν - παρελθόν ξαναμπαίνει στο δρόμο της Ιζαμπέλ. Πόσο οδυνηρό είναι αυτό για έναν άνθρωπο που αποφασίζει να φτιάξει τη ζωή του;

Σ.Π.: Το παρελθόν είναι κομμάτι που μας συναποτελεί, άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε ανεπιτυχώς, η μεγάλη υπέρβαση και κατάκτηση, η μεγάλη νίκη είναι να προσπεράσουμε το άσχημο παρελθόν, να το πολεμήσουμε με τρόπους και μέσα θεμιτά και να το χρησιμοποιήσουμε ως όπλο για το μέλλον και όχι να το επικαλούμαστε ως δικαιολογία όλων των δεινών που έχουμε υποστεί. Αυτό, βεβαίως, για τις ηρωίδες μου στάθηκε ακατόρθωτο…

Θ.Θ.: Στο τέλος της ιστορίας θεωρείτε ότι κάθε γυναίκα παίρνει αυτό που της αξίζει;

Σ.Π.: Η ζωή έχει την τάση να αντιγυρίζει συμπεριφορές, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο, πολλές φορές μάλιστα ακόμη και πολλαπλασιαστικά. Η Ζυράννα κατάφερε τελικά να κερδίσει τη σχέση μάνας - κόρης, να αποκαταστήσει τον τίτλο της, να αγαπηθεί, να της δοθεί η πολυπόθητη συγχώρεση.  Η Φαίδρα δεν θα μπορούσε να κερδίσει τίποτα, καθώς μηχανορραφούσε πάντα καταστρέφοντας ζωές. Η Ιζαμπέλ είχε συνείδηση και αυτή αφυπνίστηκε, χαρίστηκε σε ένα δρόμο άλλο, όχι όμως απαραίτητα μη λυτρωτικό…

Θ.Θ.: Στο βιβλίο πλέκετε ζωές και μοίρες ανθρώπων, περνώντας ποικίλα μηνύματα στους αναγνώστες. Ποια είναι το δυνατότερο μήνυμα του βιβλίου κατ’ εσάς;

Σ.Π.: Το βιβλίο είναι διανθισμένο με μηνύματα, όλες οι ανθρώπινες σχέσεις ακροβατούν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Το ηχηρότερο μήνυμα για μένα κρύβεται στο τέλος του βιβλίου. Μπορεί ένας άνθρωπος που η συνείδησή του αφυπνίστηκε να δώσει ο ίδιος Άφεση Αμαρτιών στον εαυτό του, συνεχίζοντας την πορεία του απαλλαγμένος από τις ενοχές που τον κρατούν δεμένο με το παρελθόν του χωρίς να πληρώσει το τίμημα, έχει το δικαίωμα αυτό;

Θ.Θ.: Αν υπήρχε «Στην Άκρη του Νήματος» Νο. 2 τι θα διαβάζαμε;

Σ.Π.: Όταν για μένα κλείνει ένα βιβλίο, όταν και η τελευταία τελεία έχει αποτυπωθεί, ο κύκλος φτάνει στην παρακμή του. Δημιουργήθηκε, κορυφώθηκε και έφτασε στο τέλος του, δεν μου ανήκει πια, ανήκει στους αναγνώστες. Νιώθω ότι ένα μεγάλο ψυχικό απόθεμα επισφραγίστηκε στην τελευταία μου φράση και αυτό εξαντλήθηκε στο έπακρο, αν είχα και κάτι άλλο να δώσω, αυτή τη στιγμή θα έγραφα ήδη την «Άκρη του Νήματος» 2 και φυσικά δεν θα αποκάλυπτα την συνέχεια…




Θ.Θ.: Γιατί επιλέξατε να τοποθετήσετε το μυθιστόρημα σε αλλοτινή εποχή, σε μια Αθήνα με χωματόδρομους, βεγγέρες και άμαξες κι όχι στο σήμερα;

Σ.Π.: Οι ηρωίδες μου όλες ήταν γυναίκες που κυοφορούσαν ένα τραγικό παρελθόν, τέτοιες τραγικότητες δεν είμαι βέβαιη αν θα ευδοκιμούσαν στο σήμερα.

Θ.Θ.: Πιστεύετε ότι αν το τοποθετούσατε στο σήμερα θα ήταν διαφορετική η ιστορία;

Σ.Π.: Σήμερα οι γυναίκες είναι χειραφετημένες, υποψιασμένες από πολύ μικρές ακόμη ηλικίες, δε μαστίζονται από την άγνοια, είναι περισσότερο «εφοδιασμένες» να πολεμήσουν με καταστάσεις δύσκολες, ένας βιασμός σήμερα δεν έχει την ίδια βαρύτητα όπως είχε την εποχή στην οποία αναφέρομαι, μια εγκυμοσύνη και ένα έμβρυο που δεν είναι επιθυμητό μπορεί να αντιμετωπιστεί πια χωρίς να θεωρείται βαρύτατο αμάρτημα. Τότε η άγνοια, η αμάθεια και η ένδεια - κατάρες της εποχής - μετέτρεπαν τους ανθρώπους σε τερατογενέσεις. Οι άνθρωποι υποκλινόμενοι σε ηθικές ανήθικες καταντούσαν αμετακίνητοι, συνέθλιβαν συνειδήσεις, γινόταν δικαστές και τιμωροί… Μόνο σε εκείνη την εποχή θα μπορούσαν τόσο τραγικά σενάρια να πείσουν πως είναι αληθινά. Αν έγραφα κάτι, λοιπόν, με γνώμονα το τώρα, θα έγραφα μάλλον ένα άλλο μυθιστόρημα που δεν θα είχε τίποτα κοινό μ’ αυτό.

Θ.Θ.: Ξέρω ότι από μικρή γράφετε. Τι ωθεί ένα παιδί να πιάσει ένα μολύβι, ένα στυλό και ν’ αποτυπώσει στο χαρτί τη φαντασία του;

Σ.Π.: Ως παιδί ποτέ δεν είχα εστιάσει και ποτέ δεν προσπάθησα να εξηγήσω  τι ήταν εκείνο που με ωθούσε να γράψω, το θεωρούσα απλά φυσικό να εμπαίζομαι από τις λέξεις, να εντυπωσιάζω τον εαυτό μου κι άλλοτε να τον απογοητεύω όταν δεν κατάφερνα να μετουσιώσω τις λέξεις μου σε καίρια πλήγματα… τώρα ξέρω πως απλά ακολουθούσα τις υποδείξεις της φύσης μου.

Θ.Θ.: Πείτε μου δυο λόγια το τρίτο σας μυθιστόρημα.

Σ.Π.: Το τρίτο μου μυθιστόρημα βασίζεται σε ομολογίες ανθρώπων για τη σκοτεινή περίοδο της σκληρότητας των Βουλγάρων που, οραματιζόμενοι τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αιγαίου, ήρθαν ως έποικοι στη Θράκη, εκεί όπου εξελίσσεται κι η ιστορία. Ένα μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές, εμποτισμένο με αλήθειες και μύθους…






 Συνέντευξη: Θοδωρής Θεοχαρίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου