Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

 «Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΛΚΥΟΝΗ»


«Τον Καζαντζάκη τον διάβασα με το φακό», θα μου εξομολογηθεί η Αλκυόνη Παπαδάκη, μεταξύ άλλων, στην κουβέντα που είχαμε κάπου στο Μαρούσι, όπου και ζει σήμερα. Η αγαπημένη συγγραφέας θα μου μιλήσει για το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Σ’ ένα γύρισμα της ζωής», θα κάνουμε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο και θα αναφερθούμε στα χρόνια που επαναστάτησε  αλλά «έφαγε τα μούτρα της» και θα σχολιάσουμε τη σημερινή κατάσταση στην κοινωνία, στις καρδιές μας, μέσα μας, σε μια προσπάθεια να διαπιστώσουμε τι στο καλό συμβαίνει στους ανθρώπους! Εγώ πήρα - και παίρνω - πολλά απ’ αυτή τη γυναίκα κάθε φορά που τη συναντώ. Μερικοί άνθρωποι έχουν την ικανότητα να σε κρατούν καθηλωμένο με αυτά που λένε και να σου δίνουν το κίνητρο να αναθεωρείς και να αλλάζεις σαν άνθρωπος προς το καλύτερο. Η ενέργεια που σου μεταφέρουν είναι μοναδική και στιγματίζουν, χαράζουν ανεξίτηλα την ψυχή σου.




Θ. Θ.: Πείτε μου δυο λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο με τίτλο «Σ’ ένα γύρισμα της ζωής».

Α. Π.: Είχα μέσα μου οργή για όλα αυτά που μας συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια. Ήθελα κάτι να πω. Αναφέρομαι στη σύγχρονη εποχή. Προσπάθησα όσο μπορώ να δώσω την εικόνα της κοινωνίας μας. Δεν είναι πολιτικό το βιβλίο, είναι κοινωνικό, αλλά μέσα από την κοινωνία βγαίνει η πολιτική. Είναι ρεαλιστικό, έχει όμως και το ποιητικό στοιχείο, όπως όλα μου τα βιβλία. Κάποιοι νομίζουν ότι ξέφυγα σε αυτό, αλλά δεν μπορείς να είσαι σε μία βιτρίνα και στον κόσμο σου. Πρέπει να είσαι μέσα στα γεγονότα και κοντά στους ανθρώπους. Αυτό που ήθελα πάντα είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους, να ακούω το παράπονό τους, την οργή τους, να μου λένε το λάθος τους.

Θ. Θ.: Τα γραπτά  σας είναι φαντασία ή βιώματα;

Α. Π.: Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα βιώματα. Όλα μου τα βιβλία έχουν βιωματικά στοιχεία, αλλά έχουν και μυθοπλασία. Είναι βιώματα δικά μου, είναι βιώματα των άλλων που τα ‘χω ζήσει κοντά τους κι εγώ... Πάντως, δεν υπάρχει κανένα γεγονός και κανένας ήρωας που να μην τον ξέρω καλά. Μπορεί να μην είναι απόλυτα δικός μου άνθρωπος, αλλά τον έχω ζήσει, τον έχω μυριστεί, τον έχω ακούσει, δεν είναι τίποτα ψεύτικο.

Θ. Θ.: Πιστεύετε ότι το best seller είναι σαν το τραγούδι;

Α. Π.: Υπάρχει μία παρανόηση στον κόσμο, ότι ό,τι είναι best seller είναι δεύτερης κατηγορίας. Γιατί το καλό δεν μπορεί να γίνει best seller; Τα σκουπίδια, Θοδωρή μου, ξεχνιούνται. Είναι σαν του διάττοντες αστέρες, έρχονται και χάνονται. Το καλό μένει, το καλό δύσκολα αναδεικνύεται, αλλά όταν αναδειχθεί, θα μείνει.  

Θ. Θ.: Αγαπημένος συγγραφέας και αγαπημένο βιβλίο;

Α. Π.: Όταν ήμουν στην ηλικία σου διάβαζα πάρα πολύ. Ήμουν σε εσωτερικό σχολείο και απαγορεύονταν τα εξωσχολικά βιβλία. Διάβαζα το βράδυ με το φακό στο κρεβάτι μου. Τον Καζαντζάκη τον έχω διαβάσει με το φακό. Διάβαζα τους Ρώσους, τον Μυριβήλη, τον Λουντέμη, τον Βενέζη… Τώρα πια διαβάζω λιγότερο. Σήμερα υπάρχουν επίσης πολύ καλοί συγγραφείς, αλλά δε θα σου πω ονόματα, γιατί μπορεί να ξεχάσω κάποιον ή μπορεί να μην τον έχω διαβάσει ακόμα και να 'ναι πολύ καλός.

Θ. Θ.: Υπάρχει, κυρία Παπαδάκη, κάποιος τρόπος για να διαβάζουν οι νέοι περισσότερο;

Α. Π.: Το βιβλίο δεν το αγαπάς με το ζόρι. Δεν μπορεί κάποιος  να σου επιβάλλει να διαβάσεις, όπως μερικοί γονείς που κυνηγούν  σήμερα τα παιδιά τους με το βιβλίο στο χέρι. Το βιβλίο το αγαπάς βιώνοντάς το. Όταν ένα παιδί ζει σ’ ένα σπίτι όπου οι γονείς διαβάζουν, μοιραία θα διαβάσει κι εκείνο. Ή μπορεί από το δάσκαλο, απ’ τον καθηγητή. Εγώ είχα μία πολύ καλή φιλόλογο και τη θυμάμαι πάντα με πολλή αγάπη. Μας διάβαζε ποιήματα, μας έκανε ν’ αγαπήσουμε το βιβλίο και το διάβασμα.

Θ. Θ.: Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ηλικία που ένα παιδί πρέπει να ξεκινήσει να διαβάζει;

Α. Π.: Η εφηβεία.

Θ. Θ.: Συμφωνείτε με το διάβασμα στο tablet, στον υπολογιστή, στο i-Pad;

Α. Π.: Συμφωνώ δε συμφωνώ, αυτό συμβαίνει, υπάρχει, εξελίσσεται, αναπτύσσεται και στο μέλλον αυτό θα επικρατήσει. Αλλά το βιβλίο είναι διαφορετικό. Αλλιώς είναι να σημειώνεις αυτά που σου αρέσουν, να τσακίζεις τη σελίδα που θέλεις να ξαναδιαβάσεις, έχει μια άλλη γοητεία το χαρτί.

Θ. Θ.: Υπάρχει κάποιο βιβλίο που έχετε διαβάσει και που θα θέλατε να το έχετε γράψει εσείς;

Α. Π.: Κατά καιρούς πολλά. Το Μικρό Πρίγκιπα, ας πούμε.

Θ. Θ.: Κάποιο θέμα για το οποίο δεν αισθάνεστε τη δύναμη να γράψετε;

Α. Π.: Κοίτα, πάντα βάζω τα πιο δύσκολα θέματα για να δω αν μπορώ να γράψω γι’ αυτά, βάζω δηλαδή ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Σε όλα μου τα βιβλία βάζω πάντα τα πιο δύσκολα. Ως τώρα, όχι.

Θ. Θ.: Τι απαιτεί η συγγραφή ενός βιβλίου;

Α. Π.: Πρωτ’ απ’ όλα να το νιώσεις. Ποτέ δε θα έγραφα κάποιο βιβλίο επειδή μου το παρήγγειλε ο εκδότης μου. Έπειτα, αυτά που θα γράψεις να σου ‘χουνε γρατζουνίσει την ψυχή. Αν δε γίνει αυτό, το βιβλίο δε θα ‘ναι αληθινό. Είναι μία εργασία δύσκολη και ψυχοφθόρα γιατί τα δίνεις όλα. Βγάζεις, στύβεις εκεί την ψυχή σου. Δε νιώθω αγαλλίαση γράφοντας ένα βιβλίο, παλεύω. Είναι ένας αγώνας. Όταν τελειώσει, έχω κουραστεί τόσο πολύ, έχω αδειάσει την ψυχή μου, που περνάει καιρός για να ξαναπιάσω χαρτιά και μολύβια. Και γράφω γιατί ποτέ δεν ήμουν θεατής της ζωής, ποτέ δεν ήμουν σε μία βιτρίνα και απλώς να παρακολουθώ. Πάντα μαζί με τους ανθρώπους και κοντά σε όλα τα προβλήματα, με όποιο κόστος.

Θ. Θ.: Ασχολείστε και με κάτι άλλο;

Α. Π.: Με τη ζωή, με όλα! Με τους ανθρώπους μου, με το σπίτι μου, με τα λουλούδια μου, κάνω τα γλυκά μου, τα φαγητά μου, τις μαρμελάδες μου…

Θ. Θ.: Είστε καλή μαγείρισσα;

Α. Π.: Έτσι λένε…

Θ. Θ.: Πώς κρίνετε, κυρία Παπαδάκη, τη στάση της νεολαίας εν όψει της κρίσης που ζούμε;

Α. Π.: Σε άλλες εποχές και σε οτιδήποτε έπρεπε να ανατραπεί πάντα οι νέοι ήταν μπροστά. Σήμερα υπάρχει μια απάθεια. Όχι μόνο στους νέους, αλλά και στους μεγάλους. Καθένας είναι κλεισμένος στον εαυτό του, εκεί θυμώνει, εκεί βρίζει, εκεί δυσανασχετεί, μόνος με τον εαυτό του, ή με τον απέναντί του. Όλοι μαζί δεν κάνουμε τίποτα. Ξέρεις ποια είναι η εξήγηση; Έχουνε σπείρει τέτοιο φόβο στον κόσμο που του λένε ότι «αν κάνεις κάτι, θα έρθει κάτι χειρότερο». Κι αυτό τους κάνει να μαζεύονται και να λένε «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρι». Έχουνε διαλύσει τα πανεπιστήμια, τις ομάδες νέων που ήταν μπροστά, τα παιδιά έχουν πολιτικοποιηθεί σε σημείο που να μην μπορεί να γίνει κάτι αυθόρμητα. Οι νέοι είναι παγιδευμένοι. Δεν είναι ότι δε θέλουν, δεν είναι ότι δεν αισθάνονται, δεν είναι ότι δεν μπορούν.

Θ. Θ.: Τους δικαιολογείτε, δηλαδή;

Α. Π.: Είμαι λίγο θυμωμένη, αλλά τους δικαιολογώ.

Θ. Θ.: Εσείς υπήρξατε επαναστάτρια;

Α. Π.: Πάντα ήμουν. Ήταν και είναι, βέβαια, δύσκολο να είσαι επαναστάτης στο κατεστημένο. Έκανα τις ανατροπές που ήθελα να κάνω, πάλεψα γι’ αυτό, μου στοίχισε πολύ, το πλήρωσα πολύ ακριβά πολλές φορές…

Θ. Θ.: Δηλαδή;

Α. Π.: Παραδείγματος χάρη, η μάνα μου συνήθιζε να μου λέει «Βάνεις πάντα το κεφάλι σου εκεί που δε χωράει». Αυτό έκανα. Έβανα το κεφάλι μου εκεί που δε χωρούσε για να δω, για να μάθω, για να είμαι εκεί.

Θ. Θ.: Μετά το βγάζατε;

Α. Π.: Το ‘βγαζα, αλλά ήταν πάντα τραυματισμένο και με μώλωπες. Ό,τι συνέβη στη ζωή μου ήταν ανατρεπτικό. Τα πάντα!

Θ. Θ.: Σήμερα με ποιον τρόπο επαναστατείτε;

Α. Π.: Δεν ενδίδω στο κατεστημένο. Αναγκαστικά παίζω στο σύστημα, δε γίνεται διαφορετικά, αλλά παίζω με τα δικά μου χαρτιά.

Θ. Θ.: Εάν είχατε βήμα στη Βουλή, τι θα λέγατε;

Α. Π.: Ντροπή σας!

Κλείνουμε με αυτό και την ευχαριστώ από καρδιάς...



Συνέντευξη: Θοδωρής Θεοχαρίδης.







2 σχόλια: